Ήμασταν τα παιδιά που κοιμόντουσαν στο αυτοκίνητο έξω από το μαγαζί. Που μοιράζονταν καλαμάκι και δεν είχαν κράνος. Που περιμέναμε, μάθαμε και αντέξαμε.
Αν δεν κοιμήθηκες ποτέ στο πίσω κάθισμα αυτοκινήτου έξω από νυχτερινό κέντρο, δεν είσαι των ’80s.
Αν δεν ήπιες ποτέ αναψυκτικό με 4 καλαμάκια από το ίδιο κουτάκι, δεν έχεις ζήσει παιδική ηλικία και αν δεν περίμενες δυο ώρες μετά το φαΐ για να μπεις θάλασσα, τότε φίλε… ήσουν απλώς πιο τυχερός.
Ή μήπως όχι;
Τότε που το “παιδί κοιμάται στο αμάξι” δεν ήταν καταγγελία, ήταν ρουτίνα
Τα μπουζούκια δεν ήταν μόνο για ενήλικες, ήταν και για εμάς, τα παιδιά. Οι γονείς μας δεν είχαν baby sitter. Μας έπαιρναν μαζί, νυστάζαμε και μας άφηναν στο αυτοκίνητο να κοιμηθούμε, με το μπουφάν για κουβέρτα. Κανένας δεν μιλούσε για παραμέληση ανηλίκου. Το αντίθετο: “το παιδί είναι ήσυχο, κοιμάται!”. Το παράθυρο λίγο ανοιχτό αλλά το αυτοκίνητο κλειδωμένο. Η παιδική ησυχία, σε άλλη εποχή.
Καπνός, παντού
Δεν υπήρχε μέρος χωρίς τασάκι. Τράπεζες, σούπερ μάρκετ, ταξί, σπίτια. Το “παθητικό κάπνισμα” δεν είχε καν ορισμό. Το “κάνει καλό μετά το φαγητό” ακουγόταν σαν σοβαρό επιχείρημα. Εσύ ήσουν το παιδί δίπλα. Ήσουν μέσα στον καπνό , όχι προστατευμένος από αυτόν.
Δεν βάζαμε ζώνες στο αυτοκίνητο
Κάτι σαν το κράνος, θεωρούνταν υπερβολή. Στο να βάλει ζώνη το παιδί στο πίσω κάθισμα άκουγες να λένε: «Έλα μωρέ τώρα… και πίσω κιόλας;»
Τα περισσότερα αυτοκίνητα δεν είχαν καν αερόσακους. Η ασφάλεια τότε ήταν η μαμά που έβαζε το χέρι της μπροστά σου αν φρέναρε απότομα.
Και τι κάναμε εμείς; Γυρνούσαμε προς τα πίσω να χαιρετάμε το αυτοκίνητο που μας ακολουθούσε.
Κάποια στιγμή, στα late 80s, βγήκε εκείνο το σποτ «Οι ζώνες σώζουν ζωές»… και άρχισε δειλά-δειλά να αλλάζει η κουλτούρα.
Μοιραζόμασταν τα πάντα
Το ίδιο ποτήρι. Το ίδιο κουτάκι. Την ίδια βανίλια παγωτό. Το ίδιο καλαμάκι. Τα ίδια μικρόβια και δεν πεθαίναμε! Το αντίθετο, χτίζαμε ανοσία, χαρακτήρα και ανοχή στο “δεν πειράζει”.

Ποδήλατο = ελευθερία
Χωρίς κράνος, χωρίς gps, χωρίς κανένα πρόγραμμα. Πηγαίναμε χιλιόμετρα. Γυρίζαμε με αίματα στα γόνατα, τρύπια μπλούζα και πλατύ χαμόγελο.
Η απουσία των γονιών δεν σήμαινε εγκατάλειψη. Σήμαινε εμπιστοσύνη.
Τσακωνόμασταν και το λύναμε μόνοι μας
Εάν τσακωνόσουν με τον αδελφό σου, η μάνα σου έλεγε: “Βρείτε τα. Ή κόψτε το λαιμό σας.”
Δεν υπήρχε διαμεσολάβηση. Υπήρχε ωρίμανση.
Εμπιστοσύνη = αυτοπεποίθηση
Μπορεί να ήμασταν οκτώ χρονών, αλλά ξέραμε να πάρουμε ψωμί, να πάμε στη λαϊκή ή να μείνουμε μόνοι στο σπίτι.
Δεν μας άφηναν για να “ξεφορτωθούν”, αλλά γιατί πίστευαν πως μπορούσαμε και αυτό έχτιζε χαρακτήρα. Αυτοπεποίθηση. Υπευθυνότητα.
Και βέβαια, η Ελλάδα του ’80 δεν ήταν ίδια. Είχε λιγότερη εγκληματικότητα, περισσότερη γειτονιά και ένα διαφορετικό αίσθημα ασφάλειας. Δεν υπήρχε φόβος, υπήρχε παρακολούθηση από τον φούρναρη, την κυρα-Μαρία του ισογείου, τον μπακάλη της γωνίας.
Δεν είχαμε άλλη επιλογή απ’ το να ωριμάσουμε νωρίς και τα καταφέραμε.
Περιμέναμε
Δεν υπήρχε Netflix. Υπήρχε ΕΡΤ στις 18:30 και μετά “Καληνύχτα”.
Δεν υπήρχε delivery. Υπήρχε “φτιάξτο μόνος σου”.
Δεν υπήρχε YouTube. Υπήρχε φαντασία.
Κι όταν πονάγαμε, δεν παίρναμε Nurofen. Παίρναμε αγκαλιά ή ένα “δεν είναι τίποτα, θα περάσει”.
Και σήμερα
Τα παιδιά είναι πιο προστατευμένα και πιο φορτωμένα. Με κράνη, με πρωτόκολλα, με tablet και τέσσερις δραστηριότητες την εβδομάδα. Είναι ασφαλή, αλλά είναι ελεύθερα; Είναι υγιή, αλλά ζουν ανέμελα;
Εμείς μάθαμε να περιμένουμε, να πέφτουμε, να λερωνόμαστε, να συγχωρούμε, να παλεύουμε.
Δεν είχαμε manual, είχαμε μαγκιά. Δεν είχαμε καθοδήγηση, είχαμε πείσμα. Δεν είχαμε φίλτρα, είχαμε ψυχή. Χωρίς φίλτρα, χωρίς πολλή σκέψη, αλλά με εγκυκλοπαίδειες. Ήμασταν η γενιά που δεν φοβόταν να “πέσει”.
Εμείς μεγαλώσαμε αλλιώς και αυτή η διαφορά… είναι η ιστορία μας.