Ο Τούρκος ΥΠΕΞ μιλά για «τουρκική μειονότητα» και «δίκαιη μοιρασιά» στην Ανατολική Μεσόγειο, επαναφέροντας πάγιες διεκδικήσεις, την ώρα που η ελληνική κυβέρνηση προωθεί τη γραμμή του διαλόγου και στοχεύει σε Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας μέσα στο 2026.
Από το βήμα της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης, ο Χακάν Φιντάν επανέφερε τον όρο «τουρκική μειονότητα της Δυτικής Θράκης», ακυρώνοντας στην πράξη το πλαίσιο της Συνθήκης της Λωζάνης, που αναγνωρίζει αποκλειστικά μουσουλμανική και όχι εθνική μειονότητα. Η Αθήνα έχει ξεκαθαρίσει ότι τέτοιες αναφορές θεωρούνται παραβίαση της συνθήκης και υπενθυμίζει πως τα μέλη της μειονότητας είναι Έλληνες πολίτες με πλήρη ισονομία και ισοπολιτεία.
Ο Φιντάν μίλησε για «στήριξη των δικαιωμάτων της τουρκικής μειονότητας» και μάλιστα «με αμοιβαιότητα, αν χρειαστεί», μετατρέποντας ένα θρησκευτικό ζήτημα σε εργαλείο πίεσης στην εξωτερική πολιτική της Άγκυρας. Παράλληλα, επανέλαβε το αφήγημα περί «δίκαιης μοιρασιάς» στην Ανατολική Μεσόγειο και ζήτησε εξέταση «όλων των διαφορών ως σύνολο» στο Αιγαίο, γραμμή που η Ελλάδα απορρίπτει, επιμένοντας ότι η μόνη διαφορά είναι η οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας.
Διπλή γραμμή – θετική ατζέντα και αναθεωρητισμός
Ενώ ο Φιντάν μιλά για «ευημερία και σταθερότητα», η ρητορική του επιβεβαιώνει ότι η Τουρκία συνεχίζει να κινείται σε διπλό άξονα: από τη μια καλλιεργεί εικόνα συνεργασίας, από την άλλη διατηρεί και σε σημεία κλιμακώνει θέσεις που αγγίζουν τον πυρήνα των ελληνοτουρκικών διαφορών. Η αναβίωση της συζήτησης για τη Θράκη και η ολιστική προσέγγιση στις διαφορές του Αιγαίου εκλαμβάνονται στην Αθήνα ως προσπάθεια επιβολής αναθεωρητικού πλαισίου συζήτησης.
Την ίδια στιγμή, η Άγκυρα επιχειρεί να ξαναμπεί δυναμικά στο ενεργειακό παιχνίδι της Ανατολικής Μεσογείου, συνδέοντας ζητήματα θαλάσσιων ζωνών, υδρογονανθράκων και μειονοτήτων σε μια ενιαία ατζέντα. Αυτό καθιστά τον διάλογο πιο περίπλοκο, καθώς η Ελλάδα προσπαθεί να κρατήσει σαφή «διαχωριστικά» ανάμεσα σε ό,τι μπορεί να συζητηθεί και σε ό,τι θεωρείται εκτός πλαισίου διεθνούς δικαίου.
Η γραμμή Μητσοτάκη και το Ανώτατο Συμβούλιο
Σε αυτό το περιβάλλον, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιμένει ότι οι συνθήκες έχουν ωριμάσει για τη διεξαγωγή του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας–Τουρκίας μέσα στο πρώτο τρίμηνο του 2026, με επόμενο σταθμό την Άγκυρα. Το Συμβούλιο παρουσιάζεται ως πλαίσιο αποτίμησης της κατάστασης και προώθησης της «θετικής ατζέντας», σε οικονομία, εμπόριο, μεταφορές και άλλους τομείς όπου μπορεί να υπάρξει πρακτικό όφελος και για τις δύο πλευρές.
Ο πρωθυπουργός τονίζει ότι η συνεχής επικοινωνία λειτουργεί ως μηχανισμός αποσυμπίεσης σε περιόδους έντασης, αλλά ξεκαθαρίζει πως ο διάλογος έχει νόημα μόνο όταν οι ελληνικές θέσεις παραμένουν σταθερές και σαφείς. Έτσι, η Αθήνα επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στη στρατηγική εξομάλυνσης και στην ανάγκη να απαντά αποφασιστικά σε δηλώσεις όπως αυτές του Φιντάν για τη Θράκη και την Ανατολική Μεσόγειο.