Παραμονές Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς που μετατράπηκαν σε εθνικό εφιάλτη: ο παιδοκτόνος Μανώλης Δουρής στην Ερμιόνη, η φρικτή δολοφονία της Αμερικανίδας Τζούλι Σκάλι από τον Γιώργο Σκιαδόπουλο, και το αποτρόπαιο έγκλημα σε βάρος της 34χρονης Ζωής Δαλακλίδου στη Θράκη, σημάδεψαν για πάντα την ελληνική αστυνομική ιστορία.
Χριστούγεννα 2012 στην Ξάνθη: Η Ζωή Δαλακλίδου που κάηκε ζωντανή
Λίγο μετά τα Χριστούγεννα του 2012, η Ελλάδα συγκλονίζεται από ένα έγκλημα πρωτοφανούς αγριότητας στη Θράκη και ειδικότερα στην Ξάνθη. Η 34χρονη Ζωή Δαλακλίδου, που είχε επιστρέψει από τη Θεσσαλονίκη όπου ζούσε, για να περάσει τις γιορτές με την οικογένεια της, βρίσκεται νεκρή κάτω από το μπαλκόνι του πατρικού της. Ο 27χρονος τότε Χρήστος Παπάζογλου την είχε ακολουθήσει μέχρι την είσοδο της πολυκατοικίας, την ακινητοποίησε χτυπώντας το κεφάλι της στο δάπεδο, τη βίασε, την κακοποίησε με αιχμηρό αντικείμενο και στη συνέχεια την περιέλουσε με βενζίνη, που πήρε από δίκυκλα στην πιλοτή, βάζοντάς της φωτιά ενώ ακόμη είχε τις αισθήσεις της.
Η φωτιά επεκτάθηκε σε δύο μηχανάκια και σε μια τραγική ειρωνεία, προσπάθησαν να τη σβήσουν ο πατέρας και ο αδελφός της, χωρίς να αντιληφθούν πως στις φλόγες βρισκόταν και η ίδια η Ζωή. Η 34χρονη άφησε την τελευταία της πνοή ουρλιάζοντας από τους φρικτούς πόνους, σε ένα έγκλημα που χαρακτηρίστηκε ως ένα από τα πιο σκληρά σεξουαλικά εγκλήματα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.
Η κυνική ομολογία που σόκαρε την Ελλάδα
Ύστερα από εντατικές έρευνες, οι αστυνομικοί εντόπισαν τον Χρήστο Παπάζογλου, ο οποίος αρχικά αρνήθηκε τα πάντα, αλλά στη συνέχεια ομολόγησε. Αυτό που πάγωσε περισσότερο την κοινή γνώμη δεν ήταν μόνο η περιγραφή του εγκλήματος, αλλά και η κυνική εξήγηση που έδωσε. Παραδέχθηκε ότι έβαλε φωτιά στη Ζωή επειδή φοβόταν ότι θα τον αναγνώριζε, λέγοντας «έτσι μου ήρθε και το έκανα… την ήξερα και μου άρεσε… την είδα τυχαία μπροστά μου και την ακολούθησα».
Η υπόθεση Δαλακλίδου έγινε σημείο αναφοράς για την έννοια των γυναικοκτονιών στην Ελλάδα, φέρνοντας στο προσκήνιο όχι μόνο το μέγεθος της βίας, αλλά και τη βαθιά πατριαρχική αντίληψη του δράστη, που αντιμετώπισε τη ζωή μιας γυναίκας ως «αντικείμενο ευκαιρίας». Δώδεκα χρόνια μετά, το όνομα της Ζωής εξακολουθεί να ακούγεται σε πορείες, εκδηλώσεις μνήμης και δημόσιες συζητήσεις για την έμφυλη βία, ως υπενθύμιση του τι σημαίνει να γιορτάζει μια χώρα, την ώρα που κάποιοι «βάφουν» τις γιορτές με αίμα.
Όταν η Πρωτοχρονιά του ’93 «πάγωσε» στην Ερμιόνη
Παραμονή Πρωτοχρονιάς 1993, στην ήσυχη Ερμιόνη, η μικρή κοινωνία βυθίζεται στο απόλυτο σοκ όταν πίσω από έναν μαντρότοιχο εντοπίζεται νεκρός ο 6χρονος Νίκος, γιος του Μανώλη Δουρή. Ο πατέρας, που μέχρι εκείνη τη στιγμή εμφανιζόταν ως απελπισμένος γονιός μπροστά στις κάμερες, συμμετέχοντας στις έρευνες και απευθύνοντας εκκλήσεις για βοήθεια, συλλαμβάνεται ως βασικός ύποπτος για τον βιασμό και τη δολοφονία του ίδιου του παιδιού του.
Η ομολογία του, την οποία αργότερα ανακάλεσε, η καταδίκη του σε ισόβια και τα στοιχεία που έδειχναν πιθανή εμπλοκή και άλλων προσώπων, δημιούργησαν ένα σκοτεινό πέπλο μυστηρίου γύρω από την υπόθεση, που δεν διαλύθηκε ποτέ πλήρως. Ιδιαίτερη εντύπωση είχε προκαλέσει η στάση της οικογένειάς του, η οποία τον στήριξε μέχρι τέλους, ενώ το κεφάλαιο «Δουρής» έκλεισε με τον πιο ζοφερό τρόπο όταν βρέθηκε νεκρός στο κελί του στις φυλακές Τρίπολης, έχοντας αφαιρέσει ο ίδιος τη ζωή του.
Η «βαλίτσα του τρόμου»: Η υπόθεση Τζούλι Σκάλι που πάγωσε τη χώρα
Πρωτοχρονιά 1999 και λίγες ημέρες μετά, ο Γιώργος Σκιαδόπουλος εμφανίζεται στα μέσα ενημέρωσης ζητώντας απεγνωσμένα βοήθεια για τον εντοπισμό της συντρόφου του, της Αμερικανίδας Τζούλι Σκάλι, με την οποία είχε μετακομίσει από την Καραϊβική στην Καβάλα. Η εικόνα του «συντετριμμένου συντρόφου» καταρρέει γρήγορα, όταν η αστυνομική έρευνα αποκαλύπτει ότι πίσω από τις δραματικές εκκλήσεις κρυβόταν ο ίδιος ο δολοφόνος.
Κατά τη διάρκεια ταξιδιού προς την Αθήνα, μετά από καβγά, ο Σκιαδόπουλος στραγγάλισε με τα χέρια του την Τζούλι. Στη συνέχεια προσπάθησε να εξαφανίσει το πτώμα καίγοντάς το με μπιτόνια βενζίνης, χωρίς επιτυχία, και μετέφερε το σώμα στο σπίτι της γιαγιάς του, επιχειρώντας να το χωρέσει σε μια βαλίτσα. Το καμένο κεφάλι της προεξείχε και, σύμφωνα με τη δικογραφία, σκέφτηκε να το κόψει με σιδεροπρίονο· τελικά πέταξε το ακέφαλο πτώμα με τη βαλίτσα σε λίμνη και το κεφάλι στη θάλασσα, σε παραλία της Καβάλας.
Η απίστευτη αγριότητα και η ψυχρότητα της προσπάθειας συγκάλυψης προκάλεσαν πανελλήνιο αποτροπιασμό, με την υπόθεση να μένει στη συλλογική μνήμη ως «η βαλίτσα που πάγωσε τη χώρα». Η Δικαιοσύνη επέβαλε αρχικά ισόβια κάθειρξη στον Σκιαδόπουλο, ποινή που μειώθηκε στο Εφετείο, ενώ χρόνια αργότερα έγινε γνωστό ότι αποφυλακίστηκε και άνοιξε επιχείρηση στεγνοκαθαριστηρίου, γεγονός που επανέφερε στη δημοσιότητα τη συζήτηση για την τύχη των καταδικασμένων για ειδεχθή εγκλήματα.