Από τους Δημάρχους-εργάτες στους Δημάρχους-influencers – Η μάχη για την καλύτερη λήψη, το επιστρατευμένο προσωπικό και ο ευτελισμός της αυτονόητης υποχρέωσης.
Της Κατερίνας Καλεντερίδου
Ζούμε στην εποχή της απόλυτης ψηφιακής εικόνας, όπου αν ένα έργο δεν ανέβει στα social media με το κατάλληλο φίλτρο και την ανάλογη λεζάντα, είναι σαν να μην έγινε ποτέ. Στην Τοπική Αυτοδιοίκηση του 2026, η παραγωγή πολιτικής έχει μετατοπιστεί επικίνδυνα από τα γραφεία και τα εργοτάξια στις οθόνες των κινητών τηλεφώνων. Δήμαρχοι, Αντιδήμαρχοι, Περιφερειάρχες, Περιφερειακοί Σύμβουλοι, άπαντες, έχουν αποδυθεί σε έναν ασταμάτητο αγώνα δρόμου για το ποιος θα συγκεντρώσει τις περισσότερες αντιδράσεις, μετατρέποντας την καθημερινή τους εργασία σε ένα ατέρμονο reality show.
Το παράδοξο της υπόθεσης έγκειται στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται το αυτονόητο. Η αποκομιδή των απορριμμάτων, η αντικατάσταση μιας καμένης λάμπας ή το κλείσιμο μιας λακκούβας, υποχρεώσεις που απορρέουν από την ίδια τη φύση της θέσης τους, βαφτίζονται ως «μεγάλες επιτυχίες» και «οράματα που γίνονται πράξη». Η αυτοπροβολή έχει γίνει πλέον ο αυτοσκοπός, με τους αιρετούς να προτιμούν να είναι οι ίδιοι οι «ρεπόρτερ» του εαυτού τους, ελέγχοντας πλήρως το αφήγημα και αποφεύγοντας την όποια κριτική διάθεση θα μπορούσε να υπάρξει από τρίτους.
Το «συνεργείο» των social media – Οδηγοί, αστυνομικοί και συγγενείς στη μάχη του κλικ
Η κατάσταση ξεφεύγει από τα όρια της σοβαρότητας όταν παρατηρεί κανείς το παρασκήνιο πίσω από μια «αυθόρμητη» φωτογραφία. Για να επιτευχθεί το τέλειο πλάνο, επιστρατεύονται οι πάντες! Οδηγοί, προσωπική ασφάλεια, υπάλληλοι των γραφείων, ακόμα και μέλη της οικογένειας. Όλοι μετατρέπονται σε εν δυνάμει εικονολήπτες και σκηνοθέτες, προκειμένου ο «άρχοντας» της πόλης να φανεί εργατικός, προσιτός και πάντα παρών. Ο ευτελισμός των συνεργατών που αντί για τα καθήκοντά τους απασχολούνται με το να κρατούν το κινητό στην κατάλληλη γωνία, είναι η πιο τρανή απόδειξη της ναρκισσιστικής στροφής της πολιτικής.
Αυτό που παραβλέπουν πολλοί αιρετοί είναι ότι ο πολίτης, παρά τον βομβαρδισμό των αναρτήσεων, διαθέτει κρίση. Η εικονική πραγματικότητα των social media συχνά συγκρούεται με τη σκληρή πραγματικότητα του πεζοδρομίου. Όταν ο δημότης βλέπει μια «αστραφτερή» φωτογραφία ενός έργου, αλλά την ίδια στιγμή σκοντάφτει στην ίδια λακκούβα εδώ και μήνες, το «like» μετατρέπεται σε ειρωνεία. Η εμμονή με την ψηφιακή υστεροφημία δημιουργεί ένα χάσμα εμπιστοσύνης, καθώς η επικοινωνία παύει να είναι εργαλείο ενημέρωσης και γίνεται μέσο παραπλάνησης.
Η πολιτική της εικόνας και ο κίνδυνος του ψηφιακού λαϊκισμού
Ο κίνδυνος αυτής της πρακτικής είναι η πλήρης αποπολιτικοποίηση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Όταν το κριτήριο για την επανεκλογή ενός δημάρχου δεν είναι το παραχθέν έργο, αλλά η ικανότητά του να παράγει «viral» περιεχόμενο, τότε η ποιότητα της δημοκρατίας μας υποβαθμίζεται. Ο ψηφιακός λαϊκισμός τρέφεται από την ταχύτητα και την επιφάνεια, αφήνοντας στο περιθώριο τον στρατηγικό σχεδιασμό και τις ουσιαστικές λύσεις για τα προβλήματα του τόπου.
Είναι καιρός οι αιρετοί να αντιληφθούν ότι η Τοπική Αυτοδιοίκηση δεν είναι σκηνικό για influencers, αλλά ένας θεσμός που απαιτεί σοβαρότητα, χαμηλούς τόνους και, κυρίως, αποτελέσματα που δεν χρειάζονται φίλτρα για να αναδειχθούν. Οι πολίτες δεν αναζητούν «πρωταγωνιστές» για τα κοινωνικά δίκτυα, αλλά ανθρώπους που θα τιμούν την ψήφο τους μέσα από το έργο τους και όχι μέσα από μια καλά σκηνοθετημένη φωτογραφία ή βίντεο. Η αλήθεια πάντως, βρίσκεται εκεί που δεν φτάνουν οι κάμερες, των κινητών των αιρετών, στην καθημερινή, αθόρυβη και έντιμη προσφορά.