Οδοιπορικό στα Κοίλα Έβρου: Το ακριτικό χωριό-φάντασμα που αρνείται να πεθάνει

Άποψη του εγκαταλελειμμένου δημοτικού σχολείου στα Κοίλα Έβρου.
Οδοιπορικό στα Κοίλα Έβρου, στο χωριό των δύο κατοίκων. Εκεί που οι μνήμες του παρελθόντος και τα ανυπέρβλητα εμπόδια, κρατούν την ελληνική επαρχία στο σκοτάδι.

Η διαδρομή προς τα Κοίλα Έβρου, αποτελεί μια επώδυνη κατάδυση στην πραγματικότητα της ελληνικής υπαίθρου. Σαράντα επτά χιλιόμετρα μακριά από την Αλεξανδρούπολη, με το μισό οδικό δίκτυο να παραμένει ένας δύσβατος, παραμελημένος χωματόδρομος, ο οικισμός αυτός στέκει ως ζωντανό μνημείο της επαρχιακής ερήμωσης. Σήμερα, η απογραφή του χωριού είναι σοκαριστικά απλή.

Δύο μόλις κάτοικοι κρατούν όρθιο το νήμα της ιστορίας του.

Η μοναξιά της έδρας – Ένα σχολείο χωρίς μαθητές

Ο κύριος Πάρης Κεσσισίδης, συνταξιούχος ναυτικός που γύρισε τους ωκεανούς για 25 χρόνια για να επιστρέψει τελικά στις ρίζες του, αποτελεί τον έναν από τους δύο εναπομείναντες θεματοφύλακες του τόπου.

«Ο τελευταίος μαθητής που αποφοίτησε και έκλεισε το σχολείο ήμουν εγώ», αναφέρει με έκδηλη συγκίνηση. «Σε όλες τις τάξεις ήμουν μόνος μου. Δεν υπήρχε άλλο παιδί στην ηλικία μου. Αυτό με ανάγκασε να διαβάζω σκληρά, διότι ο δάσκαλος θα σήκωνε αποκλειστικά εμένα».

Η εικόνα του καφενείου, που κάποτε αποτελούσε την κοινωνική και οικονομική καρδιά του χωριού, συμπληρώνει το παζλ της εγκατάλειψης. Η σόμπα δεν ανάβει πια, οι συζητήσεις έχουν σβήσει και η άλλοτε ζωντανή κοινότητα έχει μετατραπεί σε έναν τόπο-φάντασμα, που ζωντανεύει τεχνητά μόνο για λίγες ώρες κατά τη διάρκεια του Πάσχα ή της γιορτής του Αγίου Γεωργίου, με τη συνδρομή «δανεικών» ιερέων από γειτονικές περιοχές.

Οικονομικό αδιέξοδο και έλλειψη κινήτρων

Η επιστροφή των νέων ή η διατήρηση των υπαρχόντων κατοίκων στα Κοίλα Έβρου δεν προσκρούει στην έλλειψη αγάπης για τον τόπο, αλλά στην πλήρη απουσία κρατικής μέριμνας και υποδομών. Ο δρόμος, ο οποίος καταστρέφεται συστηματικά από τις έντονες βροχοπτώσεις και τη διέλευση βαρέων στρατιωτικών οχημάτων, καθιστά την πρόσβαση αδύνατη σε περιπτώσεις κακοκαιρίας.

Το μεγαλύτερο ωστόσο πρόβλημα εντοπίζεται στο κόστος διαβίωσης, το οποίο στερείται οποιουδήποτε αντισταθμιστικού οφέλους:

  • Υπέρογκο κόστος σύνδεσης: Για μια απλή σύνδεση ηλεκτρικού ρεύματος, το κόστος αγγίζει τα 700€.
  • Τέλη υποδομών: Οι τιμές του νερού και τα πάγια των υπηρεσιών παραμένουν πανομοιότυπα με εκείνα των μεγάλων αστικών κέντρων, όπως η Αλεξανδρούπολη.
  • Κόστος αποκατάστασης: Τα παλαιά σπίτια απαιτούν τεράστια κεφάλαια συντήρησης, χωρίς καμία επιδότηση.

«Δεν υπάρχει κανένα κίνητρο. Αντί οι υπηρεσίες να παρέχονται δωρεάν ως κίνητρο για να μείνει ζωντανός ο ακριτικός ιστός, πληρώνουμε τα ίδια πάγια με την πόλη. Ποιος νέος άνθρωπος θα έρθει να επενδύσει εδώ; Φοβάμαι πως η δική μου γενιά είναι η τελευταία. Αν φύγουμε κι εμείς, το χωριό έσβησε», προειδοποιεί ο κύριος Κεσσισίδης.

Η δομή προσφύγων ως μοναδική δικλίδα ασφαλείας

Παράδοξο της σύγχρονης πραγματικότητας του χωριού αποτελεί το γεγονός ότι η μοναδική αίσθηση ασφάλειας και «ζωής» πηγάζει από τη γειτονική δομή φιλοξενίας. Τα φώτα της δομής, που παραμένουν αναμμένα σε 24ωρη βάση, και οι συνεχείς βάρδιες του προσωπικού αποτελούν το μοναδικό στήριγμα για τους δύο ηλικιωμένους κατοίκους.

Η παρουσία αυτή αποδείχθηκε κρίσιμη και κατά τη διάρκεια της καταστροφικής πυρκαγιάς του 2023. Η φωτιά, που ξεκίνησε από τη Μελία, έφτασε μέχρι τις αυλές των σπιτιών στα Κοίλα Έβρου. Ο κύριος Πάρης, με σπασμένο πόδι τότε, ειδοποίησε τις αρχές και τους εναπομείναντες κτηνοτρόφους της γύρω περιοχής, ενώ η αυτοθυσία της νεολαίας από τις Φέρες και οι χαμηλές πτήσεις των πιλότων απέτρεψαν την ολοκληρωτική στάχτη.

Τα Κοίλα Έβρου αποτελούν μια μικρογραφία της Ελλάδας που υποχωρεί προγραφικά. Αν δεν ληφθούν άμεσα πολιτικές αποφάσεις που θα αντιμετωπίζουν την ακριτική Ελλάδα με όρους εθνικής στρατηγικής και όχι με όρους ελεύθερης αγοράς, ιστορικοί οικισμοί όπως αυτός θα περάσουν οριστικά στην ιστορία, αφήνοντας πίσω τους μόνο άδεια σχολικά θρανία και σβησμένες εστίες.

Μοιραστείτε το

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ