Η στάση της Τουρκίας παραλίγο να μπλοκάρει την κοινή διακήρυξη της Συμμαχίας – Συμβιβασμός με ορίζοντα 22 Ιουλίου για ένα έργο 26 δισ. ευρώ που αναβαθμίζει τον ρόλο της ελληνικής πόλης
Μια έντονη παρασκηνιακή σύγκρουση, που λίγο έλειψε να οδηγήσει σε πλήρες αδιέξοδο, σημάδεψε τις τελευταίες ώρες πριν από την έγκριση της κοινής διακήρυξης της συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ. Στο επίκεντρο βρέθηκε ένα φιλόδοξο σχέδιο επέκτασης του στρατιωτικού δικτύου αγωγών καυσίμων της Συμμαχίας, συνολικού προϋπολογισμού 26 δισεκατομμυρίων ευρώ, το οποίο τελικά δεν συμπεριλήφθηκε στο τελικό κείμενο, παρά τη στήριξη που είχε από τις ΗΠΑ. Υπενθυμίζεται, πως πρόκειται για έργο το οποίο για πρώτη φορά έπεσε στο τραπέζι των συζητήσεων τον Δεκέμβριο 2020.
Ένα έργο-«κλειδί» για την ενεργειακή θωράκιση του ΝΑΤΟ
Το επίμαχο σχέδιο προβλέπει την επέκταση του υφιστάμενου δικτύου αγωγών καυσίμων που χτίστηκε την εποχή του Ψυχρού Πολέμου και σήμερα καταλήγει στη Γερμανία. Στόχος είναι η δημιουργία ενός ενιαίου δικτύου ανεφοδιασμού που θα εκτείνεται προς τη νοτιοανατολική πτέρυγα της Συμμαχίας, συνδέοντας την Ελλάδα, την Τουρκία, την Πολωνία, τη Ρουμανία και τις χώρες της Βαλτικής. Πρακτικά, το δίκτυο αυτό θα εξασφάλιζε ταχύτατη μεταφορά καυσίμων στις χώρες του ΝΑΤΟ σε ενδεχόμενη περίπτωση σύγκρουσης με τη Ρωσία.
Για την Ελλάδα, το σχέδιο έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς αναβαθμίζει σημαντικά τον ρόλο των εγχώριων υποδομών, με την Αλεξανδρούπολη να αναδεικνύεται σε κομβικό σημείο ανεφοδιασμού για ολόκληρη τη νοτιοανατολική πτέρυγα της Συμμαχίας.
Πώς η στάση της Τουρκίας «μπλόκαρε» τη διαδικασία
Αν και είχαν προηγηθεί διαρροές προς διεθνή μέσα ενημέρωσης σύμφωνα με τις οποίες μια πολιτική απόφαση για το έργο θα λαμβανόταν έως τη σύνοδο κορυφής, οι διαπραγματεύσεις τελικά εξελίχθηκαν διαφορετικά. Αρχικά, χώρες που δεν επωφελούνται άμεσα από το έργο, όπως η Γαλλία, η Ισπανία, η Ιταλία και ο Καναδάς, εξέφρασαν επιφυλάξεις για το κόστος, τη διάρκεια υλοποίησης και την εποπτεία ενός εγχειρήματος με ορίζοντα ολοκλήρωσης 25 ετών.
Το πραγματικό παράδοξο, ωστόσο, προέκυψε από τη στάση της ίδιας της Τουρκίας. Παρότι η χώρα θα ωφελούνταν άμεσα, με έργα ύψους περίπου 2 δισεκατομμυρίων ευρώ στο έδαφός της, επιδίωξε συστηματικά την καθυστέρηση της έγκρισης της σχετικής πρότασης. Επισήμως, η Άγκυρα ζητούσε νέα αξιολόγηση της στρατιωτικής μελέτης ως προς το κόστος του έργου. Ωστόσο, σύμφωνα με πληροφορίες, η πραγματική ανησυχία της τουρκικής πλευράς αφορούσε ειδικότερα εκείνα τα τμήματα του σχεδιασμού που ενισχύουν τις ελληνικές διαδρομές εφοδιασμού και τη διασύνδεσή τους με τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία.
Η Τουρκία επέμεινε στην ανάγκη επανεξέτασης ολόκληρου του σχεδιασμού, μια στάση που προκάλεσε έντονη δυσαρέσκεια στην Πολωνία. Η τελευταία, με τη σειρά της, «μπλόκαρε» αρχικά την έγκριση της κοινής διακήρυξης, οδηγώντας τη Συμμαχία σε ένα σύντομο διπλωματικό αδιέξοδο λίγο πριν από τη σύνοδο.
Συμβιβασμός της τελευταίας στιγμής
Υπό την πίεση του χρόνου, βρέθηκε τελικά μια συμβιβαστική λύση. Οι διαπραγματεύσεις για το έργο θα συνεχιστούν, με νέο ορίζοντα ολοκλήρωσης την 22α Ιουλίου. Η λύση αυτή επέτρεψε την Παρασκευή την έγκριση της κοινής διακήρυξης από τους πρέσβεις του ΝΑΤΟ, ενόψει της συνόδου κορυφής, χωρίς όμως να έχει ακόμη οριστικοποιηθεί το μέλλον του σχεδίου για τους αγωγούς καυσίμων.
Αλλαγές στο κείμενο για Ουκρανία και Ιράν
Πέρα από το ζήτημα των αγωγών, η ελληνική πλευρά πέτυχε αλλαγές στο κείμενο της διακήρυξης και σε άλλα σημεία. Όσον αφορά τη χρηματοδότηση της Ουκρανίας, αποσαφηνίστηκε ότι στον στόχο βοήθειας ύψους 70 δισεκατομμυρίων ευρώ για το 2026 θα συνυπολογίζεται και το δάνειο της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς το Κίεβο, μια διευκρίνιση που επηρεάζει τον τρόπο υπολογισμού τόσο της συνολικής ευρωπαϊκής συνεισφοράς όσο και της αντίστοιχης δέσμευσης για το 2027.
Στην παράγραφο που αφορά στο Ιράν, εξασφαλίστηκε αναφορά στην ελευθερία ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, ώστε να μην αφήνεται περιθώριο για διαφορετικές ερμηνείες ως προς το καθεστώς διέλευσης από τα στενά αυτά.
Η υπόθεση των αγωγών καυσίμων και ο ρόλος της Αλεξανδρούπολης αναμένεται να απασχολήσουν εκ νέου τη διεθνή ατζέντα τις επόμενες εβδομάδες, καθώς η νέα προθεσμία της 22ας Ιουλίου πλησιάζει, με τις διαπραγματεύσεις να παραμένουν ανοιχτές.