Έντονες αντιδράσεις προκαλεί η ρύθμιση που προβλέπει αναζήτηση παράνομων επιδοτήσεων τόσο από τον παραγωγό όσο και από τον φορέα υποβολής της δήλωσης. Τα ΚΥΔ προειδοποιούν ότι καλούνται να πιστοποιούν στοιχεία που δεν έχουν τη θεσμική ή τεχνική δυνατότητα να ελέγξουν.
Νέο τοπίο στις δηλώσεις ΟΣΔΕ 2026 διαμορφώνει τροπολογία που αποδίδεται στην ΑΑΔΕ και κατατέθηκε στη Βουλή, προκαλώντας έντονη ανησυχία στους πιστοποιημένους φορείς υποβολής αγροτικών δηλώσεων.
Σύμφωνα με όσα καταγγέλλονται από ανθρώπους που δραστηριοποιούνται στον χώρο, η ρύθμιση εισάγει την έννοια της συνυπευθυνότητας. Έτσι, όταν διαπιστώνεται παράνομη καταβολή αγροτικής ενίσχυσης, τα ποσά δεν θα αναζητούνται μόνο από τον παραγωγό, αλλά ενδέχεται να καταλογίζονται και στον πάροχο που υπέβαλε τη δήλωση.
Παράλληλα, προβλέπονται αυστηρές διοικητικές κυρώσεις, υψηλά πρόστιμα και, στις σοβαρότερες περιπτώσεις, ακόμη και αναστολή ή διακοπή λειτουργίας της επιχείρησης.
Το ζήτημα έχει προκαλέσει αναστάτωση στα Κέντρα Υποδοχής Δηλώσεων, τα οποία υποστηρίζουν ότι μεταφέρονται στις πλάτες τους ελεγκτικές αρμοδιότητες που μέχρι σήμερα ανήκαν σε δημόσιες υπηρεσίες.
Τα ΚΥΔ καλούνται να ελέγχουν τα δικαιολογητικά
Με βάση τη νέα φιλοσοφία που περιγράφεται, ο φορέας που αναλαμβάνει τη δήλωση του παραγωγού θα έχει αυξημένη ευθύνη για τον έλεγχο των στοιχείων και των εγγράφων που προσκομίζονται.
Πρόκειται, μεταξύ άλλων, για:
- τιμολόγια αγοράς σπόρων ή άλλων εφοδίων,
- ηλεκτρονικά και ιδιωτικά μισθωτήρια,
- συμβάσεις με πιστοποιητικούς οργανισμούς,
- στοιχεία κατοχής και χρήσης αγροτεμαχίων,
- δικαιολογητικά συμμετοχής σε συνδεδεμένες ενισχύσεις και οικολογικά σχήματα.
Οι φορείς υποβολής, ωστόσο, επισημαίνουν ότι μπορούν να καταχωρίσουν και να ελέγξουν την πληρότητα ενός εγγράφου, αλλά δεν διαθέτουν πρόσβαση στους μηχανισμούς που απαιτούνται για να πιστοποιήσουν τη γνησιότητα και τη νομιμότητά του.
«Δεν μπορούμε να λειτουργούμε ως φορολογική και ανακριτική αρχή»
Ένα από τα βασικά επιχειρήματα των αντιδρώντων είναι ότι τα ΚΥΔ δεν διαθέτουν τα εργαλεία της ΑΑΔΕ, των ΔΟΥ, των ΔΑΟΚ ή άλλων ελεγκτικών υπηρεσιών.
Ένας φορέας μπορεί να διαπιστώσει ότι ο παραγωγός έχει προσκομίσει ένα τιμολόγιο. Δεν μπορεί, όμως, να γνωρίζει εάν το συγκεκριμένο παραστατικό αντιστοιχεί σε πραγματική συναλλαγή ή εάν εκδόθηκε χωρίς να πραγματοποιηθεί η αγορά που περιγράφει.
Αντίστοιχα, ένα ηλεκτρονικό μισθωτήριο που εμφανίζεται στο σύστημα μπορεί να έχει υποβληθεί μέσω TAXIS, χωρίς ο φορέας της δήλωσης να μπορεί να εξακριβώσει εάν το αγροτεμάχιο χρησιμοποιείται πραγματικά από τον αιτούντα ή εάν τα δηλωμένα στοιχεία ανταποκρίνονται στην πραγματική κατάσταση.
Η ένσταση, επομένως, δεν αφορά την υποχρέωση των ΚΥΔ να ελέγχουν την πληρότητα μιας αίτησης. Αφορά το ενδεχόμενο να θεωρούνται συνυπεύθυνα για παρατυπίες ή πλαστά στοιχεία που δεν μπορούν να εντοπίσουν με τα διαθέσιμα μέσα.
Η υπόθεση με τα τιμολόγια πιστοποιημένου σπόρου
Στο κείμενο των αντιδράσεων γίνεται αναφορά και σε υποθέσεις παράνομων τιμολογίων και πιστοποιητικών σπόρου, οι οποίες έχουν οδηγηθεί στη Δικαιοσύνη και αφορούν, μεταξύ άλλων, τον Έβρο.
Σύμφωνα με τους σχετικούς ισχυρισμούς, παραγωγοί φέρονται να προμηθεύονταν τιμολόγια και καρτελάκια πιστοποιημένου σπόρου χωρίς να έχουν πραγματοποιήσει την αντίστοιχη αγορά, προκειμένου να τα χρησιμοποιήσουν στις δηλώσεις τους και να λάβουν τη συνδεδεμένη ενίσχυση βάμβακος.
Οι φορείς υποβολής υποστηρίζουν ότι τέτοιες πρακτικές δεν ήταν δυνατό να εντοπιστούν κατά τη συμπλήρωση της αίτησης. Τα δικαιολογητικά εμφανίζονταν τυπικά νόμιμα και μόνο ένας ουσιαστικός φορολογικός ή διοικητικός έλεγχος μπορούσε να αποκαλύψει εάν αντιστοιχούσαν σε πραγματική συναλλαγή.
Το παράδειγμα των βιολογικών και των οικολογικών σχημάτων
Ανάλογες ενστάσεις διατυπώνονται και για τις δηλώσεις συμμετοχής σε οικολογικά σχήματα και δράσεις βιολογικής γεωργίας.
Κατά την προηγούμενη περίοδο, παραγωγοί εντάχθηκαν σε σχήματα με την προσκόμιση συμβάσεων που είχαν συναφθεί με πιστοποιητικούς φορείς. Οι σχετικές επιλογές, όπως υποστηρίζεται, έγιναν βάσει των υπουργικών αποφάσεων και των οδηγιών που ίσχυαν κατά τον χρόνο υποβολής.
Όταν αργότερα προέκυψαν ζητήματα επιλεξιμότητας ή συμβατότητας με τους ευρωπαϊκούς κανόνες, τα ΚΥΔ βρέθηκαν αντιμέτωπα με τον κίνδυνο να χρεωθούν δηλώσεις που είχαν καταχωριστεί βάσει του τότε θεσμικού πλαισίου και κατόπιν αιτήματος των ίδιων των παραγωγών.
Αυτό ακριβώς ενισχύει τον φόβο ότι οι πάροχοι θα κληθούν να επωμιστούν συνέπειες για αποφάσεις που δεν έλαβαν οι ίδιοι.
Κίνδυνος λουκέτου για χιλιάδες δηλώσεις
Οι προβλεπόμενες κυρώσεις προκαλούν ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία επειδή ένα ΚΥΔ διαχειρίζεται μεγάλο αριθμό δηλώσεων κάθε χρόνο.
Εάν η ευθύνη του φορέα θεωρείται δεδομένη για κάθε ανακριβές ή παράνομο δικαιολογητικό που καταθέτει ένας παραγωγός, τότε ακόμη και μεμονωμένες περιπτώσεις μπορούν να οδηγήσουν σε δυσανάλογα πρόστιμα ή σε απώλεια της δυνατότητας λειτουργίας.
Οι επαγγελματίες του κλάδου προειδοποιούν ότι ένα τέτοιο καθεστώς μπορεί να καταστήσει εξαιρετικά δύσκολη ή ακόμη και αδύνατη τη συνέχιση της δραστηριότητας πολλών φορέων.
Ποιος έχει τελικά την ευθύνη;
Το κεντρικό ερώτημα αφορά τα όρια μεταξύ της ευθύνης του παραγωγού, της ευθύνης του φορέα υποβολής και της υποχρέωσης του κράτους να πραγματοποιεί ουσιαστικούς διασταυρωτικούς ελέγχους.
Τα ΚΥΔ οφείλουν να καταχωρίζουν σωστά τα στοιχεία, να ενημερώνουν τους παραγωγούς και να αποφεύγουν τη συμμετοχή σε προφανείς παρατυπίες. Ωστόσο, η πιστοποίηση της γνησιότητας ενός φορολογικού παραστατικού, της πραγματικής χρήσης ενός αγροτεμαχίου ή της νομιμότητας μιας σύμβασης απαιτεί πρόσβαση σε δημόσια μητρώα και ελεγκτικούς μηχανισμούς που οι ιδιωτικοί φορείς δεν διαθέτουν.
Η επιδίωξη για διαφάνεια στις αγροτικές ενισχύσεις είναι αναγκαία, ιδιαίτερα μετά τις σοβαρές υποθέσεις που έχουν πλήξει την αξιοπιστία του συστήματος. Ωστόσο, για να είναι αποτελεσματική και δίκαιη, πρέπει να συνοδεύεται από σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων και ευθυνών.
Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος η συνυπευθυνότητα να μετατραπεί σε μια γενικευμένη μεταφορά του ελεγκτικού βάρους προς τους φορείς υποβολής, χωρίς εκείνοι να διαθέτουν τα μέσα για να το σηκώσουν.
Η τελική μορφή της ρύθμισης και οι εφαρμοστικές αποφάσεις θα δείξουν ποιο θα είναι το πραγματικό εύρος των υποχρεώσεων και των κυρώσεων. Μέχρι τότε, τα ΚΥΔ ζητούν συγκεκριμένες διευκρινίσεις, θεσμική προστασία και σαφή διάκριση ανάμεσα σε ένα λάθος καταχώρισης και σε μια οργανωμένη παράνομη πρακτική.