Προειδοποίηση Δελησταμάτη στη ΔΕΛΤΑ TV για το κόστος της νέας σήμανσης, την έλλειψη κτηνιάτρων και τον κίνδυνο να γίνει ενδημική η ευλογιά.
Οι ηλεκτρονικοί βόλοι στα αιγοπρόβατα, οι νέες υποχρεώσεις για τους κτηνοτρόφους και ο κίνδυνος απώλειας επιδοτήσεων από το 2027, συνθέτουν ένα ιδιαίτερα απαιτητικό τοπίο για την κτηνοτροφία της Θράκης.
Ο κτηνίατρος Βασίλης Δελησταμάτης, μιλώντας στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων της ΔΕΛΤΑ TV, προειδοποίησε για τις δυσκολίες εφαρμογής της ηλεκτρονικής σήμανσης των ζώων, υπογραμμίζοντας ότι το οικονομικό βάρος μεταφέρεται στους παραγωγούς, ενώ ο διαθέσιμος χρόνος και ο αριθμός των κτηνιάτρων ενδέχεται να μην επαρκούν.
Την ίδια στιγμή, εξέφρασε σοβαρή ανησυχία για την ευλογιά των αιγοπροβάτων, η οποία συνεχίζει να καταγράφει κρούσματα για τρίτη χρονιά.
Ηλεκτρονικοί βόλοι: Τι αλλάζει για τους κτηνοτρόφους
Σύμφωνα με τον κ. Δελησταμάτη, από την 1η Ιανουαρίου 2027 οι κτηνοτρόφοι που επιθυμούν να λαμβάνουν ενισχύσεις θα πρέπει να κινηθούν προς την εφαρμογή του νέου συστήματος ηλεκτρονικής ταυτοποίησης των αιγοπροβάτων.
Η διαδικασία προβλέπει την αγορά ειδικών ηλεκτρονικών βόλων, την τοποθέτησή τους στα ζώα από κτηνίατρο και την καταχώριση των σχετικών στοιχείων σε ηλεκτρονική βάση ιχνηλασιμότητας.
Όπως εξήγησε, η ολοκλήρωση της διαδικασίας συνδέεται με τη δυνατότητα λήψης εθνικών και ευρωπαϊκών ενισχύσεων.
«Εάν αυτό δεν το κάνει, καταλαβαίνετε ότι κινδυνεύει να χάσει… όχι κινδυνεύει, σύμφωνα με τον νόμο θα χάσει τις επιδοτήσεις του», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο κτηνίατρος διευκρίνισε ότι η εφαρμογή δεν αφορά μόνο τις μεγάλες μονάδες, αλλά και μικρότερες εκτροφές που λαμβάνουν οικονομικές ενισχύσεις.
Το κόστος στους παραγωγούς – Χωρίς επιχορήγηση, σύμφωνα με τον κτηνίατρο
Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που ανέδειξε ο Βασίλης Δελησταμάτης είναι το οικονομικό κόστος.
Όπως υποστήριξε, δεν υπάρχει σήμερα επιχορήγηση για την αγορά και την τοποθέτηση των ηλεκτρονικών βόλων, με αποτέλεσμα το σύνολο της δαπάνης να επιβαρύνει τον κτηνοτρόφο.
Υπενθύμισε ότι την περίοδο 2006–2008 είχε εφαρμοστεί στη χώρα πρόγραμμα με επιχορήγηση 100%, το οποίο στη συνέχεια διακόπηκε.
Στη συνέντευξη παρουσίασε τον ηλεκτρονικό βόλο, εξηγώντας ότι πρόκειται για ειδική συσκευή που εισάγεται στο πεπτικό σύστημα του ζώου και παραμένει εκεί, επιτρέποντας την ηλεκτρονική ταυτοποίησή του.
Για τα αιγοπρόβατα, όπως ανέφερε, προβλέπεται η χρήση βόλου 52 γραμμαρίων, ενώ η διαδικασία αφορά ζώα ηλικίας από έξι μηνών και άνω.
Ο ίδιος δεν προσδιόρισε συγκεκριμένη τιμή αγοράς ανά βόλο, επισημαίνοντας όμως ότι η οικονομική επιβάρυνση ανήκει εξ ολοκλήρου στον παραγωγό.
Πώς γίνεται η διαδικασία και ποιος τοποθετεί τους βόλους
Σύμφωνα με την περιγραφή του κτηνιάτρου, ο παραγωγός θα πρέπει αρχικά να εισέλθει στην προβλεπόμενη ηλεκτρονική πλατφόρμα μέσω των προσωπικών του κωδικών TAXISnet.
Εκεί δηλώνει την αγορά των βόλων και τον κτηνίατρο με τον οποίο θα συνεργαστεί.
Ο κτηνίατρος αποδέχεται τη σχετική αίτηση και στη συνέχεια μπορεί να προχωρήσει η παραγγελία.
Η τοποθέτηση πραγματοποιείται αποκλειστικά από κτηνίατρο, ενώ, σύμφωνα με τον κ. Δελησταμάτη, τα στοιχεία πρέπει να καταχωριστούν στη βάση ιχνηλασιμότητας μέσα σε δύο ημέρες από την εφαρμογή.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης παρουσίασε επίσης ειδικές συσκευές ανάγνωσης, με τις οποίες ανιχνεύεται ο μοναδικός αριθμός κάθε βόλου και μεταφέρεται ηλεκτρονικά στον υπολογιστή.
Θράκη: Τι ισχύει για τις εκτροφές άνω των 900 ζώων
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στο πιλοτικό πρόγραμμα που αφορά εκτροφές με περισσότερα από 900 αιγοπρόβατα και στην προθεσμία της 19ης Φεβρουαρίου 2027.
Ο Βασίλης Δελησταμάτης ξεκαθάρισε ότι, σύμφωνα με όσα γνωρίζει, στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη δεν υπάρχουν μεμονωμένες εκτροφές που να υπερβαίνουν αυτό το όριο.
Διευκρίνισε ότι μπορεί ένας παραγωγός να διαθέτει συνολικά περισσότερα από 900 ζώα, κατανεμημένα όμως σε διαφορετικές εκτροφές. Αυτό ωστόσο, δεν ταυτίζεται με μία ενιαία εκτροφή που υπάγεται στο συγκεκριμένο πιλοτικό πρόγραμμα.
Η διάκριση έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι προθεσμίες του πιλοτικού προγράμματος δεν πρέπει να συγχέονται με εκείνες που θα ισχύσουν για το σύνολο των κτηνοτρόφων.
«Δεν υπάρχουν αρκετοί κτηνίατροι» – Το πρόβλημα του χρόνου
Ο κ. Δελησταμάτης εμφανίστηκε ιδιαίτερα επιφυλακτικός για τη δυνατότητα έγκαιρης ολοκλήρωσης της διαδικασίας.
Όπως εξήγησε, ένα συνεργείο με κτηνίατρο μπορεί, ακόμη και με μεγάλη δυσκολία, να τοποθετήσει βόλους σε έως 400 ζώα ημερησίως.
Με δεδομένο ότι η διαδικασία αφορά μεγάλο αριθμό αιγοπροβάτων, εκτίμησε ότι ο διαθέσιμος χρόνος είναι περιορισμένος.
Παράλληλα, σημείωσε ότι αρκετοί παραγωγοί θα χρειαστούν βοήθεια από εξειδικευμένα γραφεία για την ηλεκτρονική υποβολή των απαιτούμενων στοιχείων.
Εξέφρασε ακόμη προβληματισμό για τις ευθύνες που αναλαμβάνουν οι κτηνίατροι κατά την εφαρμογή του συστήματος, κάνοντας αναφορά και σε ενδεχόμενες κυρώσεις.
Γιατί αμφισβητεί την επιλογή των ηλεκτρονικών βόλων
Ο Βασίλης Δελησταμάτης δεν έκρυψε τη διαφωνία του με την επιλογή της συγκεκριμένης τεχνολογίας.
Επικαλούμενος την προσωπική του εμπειρία από το πιλοτικό πρόγραμμα της περιόδου 2006–2008, ανέφερε ότι η εφαρμογή των βόλων παρουσιάζει σημαντικές πρακτικές δυσκολίες.
Σημείωσε μάλιστα ότι χώρες όπως η Ισπανία έχουν αρχίσει, σύμφωνα με τον ίδιο, να στρέφονται σταδιακά προς τη χρήση ηλεκτρονικών ενωτίων.
«Εγώ δεν μπορώ να καταλάβω γιατί η χώρα μου αποφάσισε να μπει στη διαδικασία του ηλεκτρονικού βόλου», δήλωσε, διευκρινίζοντας ότι, από τη στιγμή που αποτελεί νομοθετική υποχρέωση, θα πρέπει να εφαρμοστεί.
Ευλογιά αιγοπροβάτων: «Οδηγούμαστε να γίνουμε ενδημική χώρα»
Πέρα από την ηλεκτρονική σήμανση, ο κτηνίατρος έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για την πορεία της ευλογιάς των αιγοπροβάτων.
Με τη νόσο να διανύει, όπως ανέφερε, την τρίτη χρονιά, εξέφρασε την εκτίμηση ότι η Ελλάδα κινδυνεύει να αποκτήσει χαρακτηριστικά ενδημικής χώρας.
«Είτε το θέλουμε είτε δεν το θέλουμε, είτε μας αρέσει είτε δεν μας αρέσει, οδηγούμαστε ούτως ώστε να γίνουμε μια χώρα ενδημική και αυτό είναι το λυπηρό», υπογράμμισε.
Αφορμή για τη συζήτηση αποτέλεσαν και δύο νέα κρούσματα στη Ροδόπη, τα οποία αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια της συνέντευξης.
Ο κ. Δελησταμάτης σημείωσε ότι, με βάση την εμπειρία προηγούμενων επιδημιών, τα κρούσματα συνήθως περιορίζονται σημαντικά κατά τον Δεκέμβριο και τον Ιανουάριο.
Ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα είναι τι θα συμβεί την άνοιξη και το καλοκαίρι του 2027.
Παράλληλα, ανέφερε ότι το Γεωτεχνικό Επιμελητήριο παρακολουθεί την εξέλιξη της νόσου, με την προοπτική να παρουσιαστούν αναλυτικότερα συμπεράσματα σε σχετική εκδήλωση το 2027.
«Εδώ κάτι πρέπει να αλλάξει», ήταν η χαρακτηριστική επισήμανσή του για τη συνεχιζόμενη παρουσία της ευλογιάς, παρά τα μέτρα βιοασφάλειας.