Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δικαίωσε Ελληνορθόδοξους ιερείς που αποκλείστηκαν παράνομα από τα διοικητικά συμβούλια εκκλησιών και σχολείων – Μια μεταθανάτια δικαίωση για τον πατέρα Νίκο Μαυράκη
Σε μια απόφαση-σταθμό για τη θρησκευτική ελευθερία και τα δικαιώματα των μειονοτήτων προχώρησε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΔΑ), καταδικάζοντας ομόφωνα την Τουρκία. Η υπόθεση αφορά την αυθαίρετη απόφαση των τουρκικών αρχών να απαγορεύσουν σε ελληνορθόδοξους ιερείς τη συμμετοχή στα διοικητικά συμβούλια (ΔΣ) μειονοτικών ιδρυμάτων, όπως εκκλησιών και σχολείων της Κωνσταντινούπολης.
Η προσφυγή είχε κατατεθεί από δύο Ελληνορθόδοξους ιερείς, τον Νίκο Μαυράκη και τον Κορκ Κασαπόγλου. Οι δύο κληρικοί είχαν εκλεγεί νόμιμα κατά τα έτη 2011 και 2012 σε τρία μειονοτικά ιδρύματα. Στη συνέχεια όμως, η Γενική Διεύθυνση Ιδρυμάτων της Τουρκίας τους απομάκρυνε βίαια από τις θέσεις τους, προβάλλοντας το προσχηματικό επιχείρημα ότι τα μειονοτικά ιδρύματα οφείλουν να διατηρούν μια «κοσμική διοικητική δομή».
Δυστυχώς, ο πατέρας Νίκος Μαυράκης έφυγε από τη ζωή πριν προλάβει να ακούσει την ετυμηγορία του Στρασβούργου. Η απόφαση αυτή αποτελεί μια γλυκόπικρη, αλλά πλήρη δικαίωση του πολυετούς αγώνα και της μνήμης του.
Ο δικαστικός μαραθώνιος και η εκπροσώπηση στο Στρασβούργο
Οι δύο ιερείς ακολούθησαν έναν πολυετή και εξαντλητικό «δικαστικό μαραθώνιο» εντός της Τουρκίας, προσφεύγοντας σε όλα τα βαθμίδων δικαστήρια (πρωτοβάθμια, εφετεία και Συνταγματικό Δικαστήριο). Παρά το γεγονός ότι ακόμη και το τουρκικό Συνταγματικό Δικαστήριο αναγνώρισε την παραβίαση των δικαιωμάτων τους, τα εγχώρια δικαστήρια δήλωναν αναρμόδια να ακυρώσουν τις διοικητικές πράξεις της Διεύθυνσης, εγκλωβίζοντας την υπόθεση σε ένα νομικό τέλμα.
Μπροστά σε αυτό το αδιέξοδο, οι ιερείς προσέφυγαν στο ΕΔΔΑ. Στο Στρασβούργο εκπροσωπήθηκαν από τον εξαιρετικά έμπειρο δικηγόρο ανθρωπίνων δικαιωμάτων Στέφανο Σταύρος (όπως αναγράφεται στα επίσημα έγγραφα) και τον διακεκριμένο νομικό Πάρη Ασανάκη.
Το ΕΔΔΑ έκρινε απερίφραστα ότι η Τουρκία παραβίασε το δικαίωμα στο συνεταιρίζεσθαι και έπληξε τις διατάξεις για την προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας. Παράλληλα, υποχρέωσε την Άγκυρα να καταβάλει στον κάθε ενάγοντα το ποσό των 2.000 ευρώ ως αποζημίωση για ηθική βλάβη.
Η καταδίκη αυτή δημιουργεί ένα ισχυρό νομικό προηγούμενο. Πλέον, οποιαδήποτε παρόμοια αυθαιρεσία της Τουρκίας κατά μελών θρησκευτικών μειονοτήτων θα οδηγεί σε αυτόματη καταδίκη της. Ταυτόχρονα, η απόφαση αποτελεί ένα ακόμη σοβαρό πλήγμα στην ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας, καθώς η συμμόρφωση με τα Κριτήρια της Κοπεγχάγης για το Κράτος Δικαίου παραμένει βασική τροχοπέδη για την Άγκυρα.
Το σκεπτικό της απόφασης του ΕΔΔΑ
Ακολουθεί το πλήρες νομικό σκεπτικό του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το οποίο αποδομεί πλήρως τα επιχειρήματα της τουρκικής πλευράς:
«Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι τα μέρη διαφωνούσαν ως προς το αν η επίμαχη παρέμβαση “προβλεπόταν από το νόμο”. Ως εκ τούτου, θα εξετάσει την ύπαρξη νομικής βάσης για την εν λόγω παρέμβαση. Για τον σκοπό αυτό, θα εξετάσει διαδοχικά, αφενός, εάν υπήρχε νομική βάση που απαγόρευε στα μέλη του κλήρου να συμμετέχουν στα διοικητικά όργανα των ιδρυμάτων στην Τουρκία και, αφετέρου, εάν η Διεύθυνση είχε την αρμοδιότητα να διαγράψει ένα εκλεγμένο πρόσωπο που ασκούσε κληρικές λειτουργίες στο πλαίσιο των εν λόγω οργάνων.
Σχετικά με αυτό, το Δικαστήριο επισημαίνει εξ αρχής ότι η Κυβέρνηση δεν επικαλέστηκε καμία διάταξη του εσωτερικού δικαίου που να δικαιολογεί τη διαγραφή μελών του κλήρου, ή γενικότερα ιερέων, από τα διοικητικά όργανα των ιδρυμάτων στην Τουρκία. Πράγματι, τα στοιχεία του εσωτερικού δικαίου που υπέβαλαν τα μέρη δείχνουν ότι η νομοθεσία που ίσχυε κατά την εποχή των γεγονότων δεν προέβλεπε καμία απαγόρευση προς αυτή την κατεύθυνση.
Ειδικότερα, το άρθρο 31 του κανονισμού περί ιδρυμάτων καθόριζε μόνο τις ακόλουθες προϋποθέσεις εκλογιμότητας: να είναι πολίτης της Δημοκρατίας της Τουρκίας, να είναι άνω των δεκαοκτώ ετών και να διαμένει στην εκλογική περιφέρεια· σε αυτές προστέθηκαν, για τους υποψηφίους, η απαίτηση να είναι τουλάχιστον κάτοχοι πτυχίου πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, καθώς και η απουσία καταδικών για ορισμένα αδικήματα. Δεν αμφισβητείται ότι οι προσφεύγοντες πληρούσαν το σύνολο των εν λόγω προϋποθέσεων και ότι η ισχύουσα νομοθεσία δεν απαγόρευε σε καμία περίπτωση στα μέλη του κλήρου να συμμετέχουν στο διοικητικό συμβούλιο των ιδρυμάτων, εφόσον πληρούσαν τα καθορισμένα κριτήρια.
Το Δικαστήριο επισημαίνει επίσης ότι, ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, η Διεύθυνση προσπάθησε να στηριχθεί στη Συνθήκη της Λωζάννης και στα παραρτήματά της για να δικαιολογήσει τον επίμαχο αποκλεισμό των προσφευγόντων, υποστηρίζοντας ότι η ιδιότητα των ενδιαφερομένων ως δικαστικών γραμματέων ήταν, εκ φύσεως, ασυμβίβαστη με τη συμμετοχή τους στα διοικητικά όργανα των κοινοτικών ιδρυμάτων.
Ωστόσο, κανένα εσωτερικό δικαστήριο δεν δέχθηκε την εν λόγω επιχειρηματολογία. Ειδικότερα, το 3ο Διοικητικό Δικαστήριο της Κωνσταντινούπολης διαπιστώσει ρητά ότι ο περιορισμός της εκλεξιμότητας ενός προσώπου λόγω της ιδιότητάς του ως κληρικού δεν είχε καμία νομική βάση.
Το Δικαστήριο παρατηρεί εν προκειμένω ότι, αν και τα διοικητικά δικαστήρια τελικά απέρριψαν την αρμοδιότητά τους να αποφανθούν επί της ουσίας, η εν λόγω διαδικαστική έκβαση δεν είχε ως αποτέλεσμα να νομιμοποιήσει την επίμαχη πράξη.
Αντίθετα, η διεξαγωγή της διαδικασίας καταδεικνύει την πλήρη απουσία σαφούς, προσβάσιμου και προβλέψιμου νομικού θεμελίου που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την παρέμβαση. Η επιχειρηματολογία της Διεύθυνσης δεν βρήκε καμία απήχηση ενώπιον των εσωτερικών δικαστηρίων.
Το Δικαστήριο επισημαίνει, επιπλέον, ότι η Κυβέρνηση δεν προσκόμισε κανένα νομοθετικό κείμενο, καμία διοικητική εγκύκλιο ούτε κανένα άλλο κανονιστικό έγγραφο που να αποδεικνύει ότι η Διεύθυνση διέθετε ρητή ή σιωπηρή αρμοδιότητα που της επέτρεπε να διαγράψει ένα νόμιμα εκλεγμένο πρόσωπο λόγω της ιδιότητάς του ως κληρικού.
Αντίθετα, τα διοικητικά δικαστήρια πρώτου βαθμού σημείωσαν ότι η Διεύθυνση ενήργησε χωρίς καμία νομική βάση, υπερβαίνοντας προφανώς τα όρια των αρμοδιοτήτων της. Τόνισαν ρητά ότι η διοίκηση διαθέτει μόνο περιορισμένη εξουσία ελέγχου, χωρίς εξουσία ακύρωσης ή επικύρωσης.
Βεβαίως, το Συμβούλιο της Επικρατείας ακύρωσε τις αποφάσεις των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων. Ωστόσο, προτού αποποιηθεί την αρμοδιότητα των διοικητικών δικαστηρίων, αναγνώρισε το ίδιο ότι η επίμαχη πράξη ήταν ελαττωματική λόγω υπέρβασης εξουσίας, υπογραμμίζοντας ότι “η εξουσία ελέγχου της Διεύθυνσης (…) περιοριζόταν στο να επαληθεύει εάν η εκλογή των διοικητικών συμβούλων των κοινοτικών ιδρυμάτων είχε διεξαχθεί σύμφωνα με τον νόμο και τον κανονισμό” και ότι η εν λόγω αρχή, όταν διαπίστωνε ότι η εκλογή είχε διεξαχθεί κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων, δεν μπορούσε, κατά την άσκηση των εξουσιών της, να κηρύξει την ακύρωση της ψηφοφορίας ούτε να επικυρώσει τη νομιμότητά της.
Σύμφωνα με το ανώτατο δικαστήριο, σε περίπτωση παρατυπίας, αρμόζει αποκλειστικά στη Διεύθυνση να προσφύγει στο δικαστήριο της δικαστικής τάξης προκειμένου να ζητήσει την ακύρωση ή την επανάληψη της εκλογής. Τα συμπεράσματα αυτά, αν και οδήγησαν σε απόφαση περί αναρμοδιότητας, αποδεικνύουν αναμφισβήτητα ότι η Διεύθυνση ενήργησε χωρίς καμία νομική βάση.»
