Έξι μήνες μετά τη μόνιμη μετεγκατάσταση στον Δίλοφο του Τριγώνου στον Έβρο με 20 κατοίκους, ένα ζευγάρι με το παιδί του καταγγέλλει ανύπαρκτο ενδιαφέρον – «Δεν ήρθε κανείς να πει ένα “καλώς ήρθατε”, παλεύουμε μόνοι μας για να κρατήσουμε το χωριό ζωντανό».
Έξι μήνες ζωής στο Δίλοφο Τριγώνου στον Έβρο μετρούν ο Παναγιώτης, η Ευαγγελία και η μικρή τους κόρη, μια τριμελής οικογένεια που πήρε την πιο δύσκολη και ταυτόχρονα γενναία απόφαση, να αφήσει τη Θεσσαλονίκη και να εγκατασταθεί μόνιμα σε ένα ακριτικό χωριό με περίπου 20 μόνιμους κατοίκους.
Δεν μπήκαν σε κανένα πρόγραμμα, δεν είχαν επιδοτήσεις μετεγκατάστασης, με μόνο σκοπό, να χτίσουν από την αρχή μια ζωή πιο ήσυχη, πιο ανθρώπινη, πιο κοντά στη φύση.
Σήμερα όμως, η χαρά της επιλογής τους συνυπάρχει με μια βαθιά πικρία. Όπως λένε, κανένας εκπρόσωπος του Δήμου δεν πέρασε να τους χαιρετήσει, να ρωτήσει τι χρειάζονται, να πει έστω ένα απλό «καλώς ήρθατε».
Με ανάρτησή τους στα κοινωνικά δίκτυα, περιγράφουν ότι κάθε μέρα δίνουν εθελοντικά μάχη για να κρατήσουν το χωριό καθαρό και ζωντανό, ενώ ταυτόχρονα αισθάνονται εγκαταλελειμμένοι: ούτε βασικές υπηρεσίες, ούτε υποστήριξη, ούτε μια ουσιαστική ένδειξη ενδιαφέροντος.

Η καθημερινότητά τους αποκαλύπτει τις σκοτεινές ζώνες της ελληνικής περιφέρειας.
Σκουπίδια που όπως καταγγέλλουν, δεν μαζεύονται αν δεν τηλεφωνήσουν οι ίδιοι ξανά και ξανά, προβλήματα με το σήμα στο κινητό και την επικοινωνία, ελλείψεις σε υποδομές που σε μια πόλη θεωρούνται αυτονόητες. «Αν κάθε φορά πρέπει να παρακαλάμε για να αδειάσουν τους κάδους, τι άλλο μπορούμε να ζητήσουμε;» διερωτώνται, περιγράφοντας μια πραγματικότητα που μοιάζει να μην ταιριάζει στο 2025.



Ακόμη πιο σκληρή είναι η εικόνα για το μοναδικό παιδί του χωριού. Στον Δίλοφο δεν υπάρχει ούτε μια παιδική χαρά, ούτε μια κούνια, ούτε ένας οργανωμένος χώρος παιχνιδιού.
Η κόρη του ζευγαριού μεγαλώνει σε μια σιωπή που τη σπάνε μόνο οι φωνές των λίγων ενηλίκων και ο αέρας του Τριγώνου.
Οι γονείς μιλούν με συγκίνηση για τη μικρή τους, που ενώ λατρεύει την ηρεμία και τη φύση, στερείται τη στοιχειώδη κοινωνικοποίηση και τις υποδομές που θα έπρεπε να έχει κάθε παιδί στην Ελλάδα.
Η απόφαση να φύγουν από τη Θεσσαλονίκη δεν ήταν εύκολη, αλλά το υψηλό κόστος ζωής σε μια μεγάλη πόλη και η ανάγκη για αξιοπρέπεια τους οδήγησαν στο χωριό.
Παρ’ όλα αυτά, όσο οι μήνες περνούν, η αίσθηση ότι «ζουν σε σπηλιά», όπως χαρακτηριστικά γράφουν, γίνεται εντονότερη. «Ήρθαμε για ένα καλύτερο αύριο και νιώθουμε ότι είμαστε αόρατοι», σημειώνει η οικογένεια, προσθέτοντας ότι, ακόμη και μετά από προσωπική απώλεια, τον χαμό της μητέρας, συνεχίζουν να προσφέρουν εθελοντικά για το καλό του τόπου.
Το μήνυμά τους προς τον Δήμο και την Πολιτεία είναι αιχμηρό αλλά δίκαιο, καθώς χωρίς στήριξη στους ανθρώπους που επιλέγουν να επιστρέψουν στην ύπαιθρο, τα χωριά θα σβήσουν οριστικά.
«Νέοι υπάρχουν για να έρθουν», γράφουν, «αλλά δεν υπάρχει στήριξη από αυτούς που πρέπει».
Ζητούν «λίγο σεβασμό και λίγη ντροπή» για όσους βλέπουν την ερημοποίηση της υπαίθρου αλλά μένουν αμέτοχοι, υπενθυμίζοντας ότι πίσω από τους αριθμούς της απογραφής υπάρχουν οικογένειες με ονόματα, πρόσωπα και όνειρα.