Η κραυγή απόγνωσης της γυναίκας που καταδικάστηκε σε 15 χρόνια κάθειρξη για ένα απολυτήριο Δημοτικού επιστρέφει στο προσκήνιο, αναδεικνύοντας τις χαοτικές αποστάσεις στην απόδοση δικαιοσύνης.
Η υπόθεση του βουλευτή Μακάριου Λαζαρίδη φέρνει ξανά στο φως της δημοσιότητας την ιστορία της 60χρονης σήμερα καθαρίστριας από τον Βόλο, η οποία είχε βρεθεί στο επίκεντρο μιας πρωτοφανούς δικαστικής περιπέτειας. Η ίδια, μιλώντας στην εκπομπή «Εξελίξεις Τώρα» του Mega, προχώρησε σε μια κατάθεση ψυχής, παραθέτοντας τα γεγονότα που οδήγησαν στην πολυετή καταδίκη της και τελικά στην αθώωσή της από τον Άρειο Πάγο.
Η περιπέτεια ξεκίνησε όταν αποκαλύφθηκε πως η γυναίκα είχε παραποιήσει το απολυτήριο του Δημοτικού (από την Ε’ στην ΣΤ’ τάξη) προκειμένου να προσληφθεί σε παιδικό σταθμό του Δήμου Βόλου, όπου εργάστηκε επί 20 συναπτά έτη. Η αποκάλυψη αυτή οδήγησε σε μια εξαντλητική ποινική διαδικασία, με την ίδια να δηλώνει πως η πράξη της έγινε υπό το βάρος της ανάγκης για επιβίωση, καθώς ο σύζυγός της ήταν ανάπηρος και έπρεπε να μεγαλώσει δύο παιδιά.
Η φυλάκιση και η δικαστική διαδρομή μέχρι τον Άρειο Πάγο
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, οι ποινές που επιβλήθηκαν αρχικά προκάλεσαν κύμα αντιδράσεων σε ολόκληρη τη χώρα. Η 60χρονη περιέγραψε τα στάδια της δικαστικής της διαδρομής:
- Στο πρώτο δικαστήριο της επιβλήθηκε ποινή 15 ετών κάθειρξης.
- Στο δεύτερο δικαστήριο η ποινή μειώθηκε στα 10 έτη.
- Παρέμεινε έγκλειστη σε φυλακή για 23 ημέρες.
Η τελική δικαίωση ήρθε από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος την αθώωσε με το σκεπτικό ότι η πράξη της δεν προκάλεσε ζημία στο Δημόσιο, καθώς η εργασία της παρεχόταν κανονικά επί δύο δεκαετίες. Παρά την αθώωση, η ίδια τονίζει πως η ζωή της «καταστράφηκε», καθώς έχασε τη δουλειά της και μέχρι σήμερα αναζητά μεροκάματο για να επιβιώσει.
Η παρέμβαση για την υπόθεση Λαζαρίδη και το ερώτημα της ισονομίας
Με αφορμή τις πρόσφατες εξελίξεις που αφορούν τον κ. Μακάριο Λαζαρίδη, η καθαρίστρια εξέφρασε την έντονη απογοήτευσή της για τον τρόπο με τον οποίο η Πολιτεία διαχειρίζεται αντίστοιχες περιπτώσεις όταν αυτές αφορούν πολιτικά πρόσωπα. Η ίδια έθεσε το ζήτημα της επιλεκτικής αυστηρότητας, υπογραμμίζοντας πως η δικαιοσύνη πρέπει να εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο για όλους τους πολίτες, ανεξάρτητα από την ιδιότητά τους.
«Δεν μπορώ να πάω εγώ για κακούργημα και ο άλλος να πάει για πλημμέλημα», δήλωσε χαρακτηριστικά, αναφερόμενη στις διαφορετικές ταχύτητες της ποινικής μεταχείρισης. Η υπόθεση αυτή παραμένει ένα σημείο αναφοράς στη δημόσια συζήτηση για τα «δύο μέτρα και δύο σταθμά» που συχνά καταλογίζονται στο σύστημα απονομής δικαιοσύνης, θέτοντας ερωτήματα για το πώς μια παρατυπία τιμωρείται στην περίπτωση ενός απλού πολίτη σε σύγκριση με έναν εκπρόσωπο του Κοινοβουλίου.