«Δεν θέλουμε ανθρώπους μπλεγμένους με κόμματα» είπε η Μαρία Καρυστιανού – Οι αιχμές για ΝΔ και Τσίπρα, οι απειλές, τα «πολλά χρήματα» για να σιωπήσει και το κίνημα «κάθαρσης» που υπόσχεται να φτάσει μέχρι την ίδρυση κόμματος
Η Μαρία Καρυστιανού, πρόεδρος του Συλλόγου Συγγενών Θυμάτων Τεμπών, σφίγγει ακόμη περισσότερο το πολιτικό σκηνικό, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο δημιουργίας νέου κόμματος, με σαφές αντισυστημικό και «καθαρτήριο» πρόσημο. Σε συνέντευξή της στο Kontra, μίλησε για μια κοινωνική αφύπνιση που όπως λέει έχει κινητοποιήσει Έλληνες εντός και εκτός συνόρων, υποστηρίζοντας ότι «άνθρωποι με εντυπωσιακά βιογραφικά» σπεύδουν να συμβάλουν στη νέα αυτή προσπάθεια.
Την ίδια ώρα, ξεκαθαρίζει ότι η οργάνωση του εγχειρήματος «προχωρά πολύ γοργά», χωρίς όμως να επιβεβαιώνει εάν η ίδια θα είναι η επικεφαλής του νέου σχήματος. «Δεν είναι ξεκάθαρο αν θα ηγηθώ εγώ του σχήματος. Ο λαός θα δείξει τον ηγέτη από όλες τις διαδικασίες, ακολουθώντας αυτό που λέει το μέσα του», σημειώνει, περιγράφοντας ένα κίνημα που όπως υποστηρίζει, ξεκίνησε αυθόρμητα με τελικό στόχο την κάθαρση της χώρας.
Στα κριτήρια για τα πρόσωπα που θα στελεχώσουν το υπό διαμόρφωση πολιτικό εγχείρημα, η Καρυστιανού θέτει ως προαπαιτούμενα την εμπειρία, τη γνώση, την καθαρότητα, τον εθελοντισμό και την ακεραιότητα του χαρακτήρα, ενώ δηλώνει ρητά ότι «δεν επιθυμούμε ανθρώπους με εμπλοκή σε πολιτικούς χώρους». Το μήνυμα είναι σαφές: αποστασιοποίηση από το υφιστάμενο πολιτικό σύστημα και απόρριψη των παραδοσιακών κομματικών μηχανισμών.
Ιδιαίτερη στιγμή της συνέντευξης ήταν όταν αποκάλυψε ότι, όπως λέει, της προσφέρθηκαν «πολλά χρήματα και τίτλοι» για να σιωπήσει σχετικά με την υπόθεση των Τεμπών, χωρίς να κατονομάζει ποιοι το έκαναν, προσθέτοντας πως όταν είδαν ότι αυτό δεν είχε αποτέλεσμα, έφτασαν όπως καταγγέλλει, στο σημείο να απειλήσουν ακόμη και το παιδί της. Με φανερή φόρτιση, δηλώνει αποφασισμένη ότι για να πάρει τις απαντήσεις που θέλει «θα φτιάξει όχι μόνο κόμμα, αλλά οτιδήποτε χρειαστεί».
Παρά τις αντιρρήσεις που έχουν εκφραστεί από μέλη του συλλόγου, η ίδια επιμένει ότι σέβεται απολύτως τη γνώμη τους, σημειώνοντας όμως πως διαφωνεί με κάποιες κινήσεις, τις οποίες δεν έχει σχολιάσει δημόσια. Υπογραμμίζει επίσης ότι δεν της έχει ζητηθεί να παραιτηθεί από την προεδρία και υπενθυμίζει ότι η θητεία της ολοκληρώνεται τον Μάρτιο.
Στο πολιτικό σκέλος, η Καρυστιανού απέκλεισε κάθε ενδεχόμενο συνεργασίας με τη Νέα Δημοκρατία, απαντώντας με ένα «απόλυτο όχι» σε σενάρια συνεννόησης, ενώ εμφανίστηκε αρνητική σε οποιαδήποτε μετεκλογική συνεργασία με υφιστάμενα κόμματα. Για τον Αλέξη Τσίπρα ήταν ιδιαίτερα αιχμηρή, λέγοντας πως «έχει υπογράψει το χειρότερο μνημόνιο» και «υποθήκευσε το κράτος σαν να είναι δική του περιουσία για 100 χρόνια», κατηγορώντας τον ότι πρώτα ανέβασε τις προσδοκίες και στη συνέχεια «γκρέμισε» τον κόσμο, μιλώντας ανοιχτά για εξαπάτηση.
Στο ίδιο μήκος κύματος και η κριτική της στο υπό κατάθεση νομοσχέδιο για την αναμόρφωση των Ενόπλων Δυνάμεων, το οποίο χαρακτηρίζει ως υποβάθμιση μέσω ιδιωτικοποιήσεων, κάνοντας ευθεία αναλογία με ό,τι συνέβη στα τρένα. «Η χώρα δεν είναι επιχείρηση για να την πουλάνε», τονίζει, προβάλλοντας έναν έντονο αντι-ιδιωτικοποιητικό λόγο, με αναφορές στην ασφάλεια και την κρατική ευθύνη.
Όσο για τη συνέχεια του αγώνα των συγγενών των θυμάτων των Τεμπών, η Μαρία Καρυστιανού προαναγγέλλει ότι με τη συμπλήρωση τριών ετών από την τραγωδία θα υπάρχει μπροστά «η έναρξη μιας δίκης», αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων κινητοποιήσεων στις 28 Φεβρουαρίου. «Μπορεί να χρειαστεί να ξαναβγούμε στους δρόμους για τους αγρότες, τις Ένοπλες Δυνάμεις, την ακρίβεια και βέβαια για τα Τέμπη», λέει, συνδέοντας το υπό διαμόρφωση κίνημα με ένα ευρύτερο κοινωνικό μέτωπο.
Σε κάθε περίπτωση, η ίδια αποφεύγει για την ώρα να ανακοινώσει το όνομα του κόμματος, δηλώνοντας ότι «θα δείξει», ενώ αφήνει να εννοηθεί πως ο ρόλος της μπορεί να είναι καθοριστικός, αλλά όχι απαραίτητα αρχηγετικός. Το μόνο βέβαιο είναι ότι επιχειρεί να μετατρέψει τον αγώνα για δικαιοσύνη στα Τέμπη σε πολιτικό και κοινωνικό ρεύμα καθαρότητας και τιμωρίας όσων ευθύνονται, διεκδικώντας χώρο σε ένα ήδη πολωμένο πολιτικό σκηνικό.