Στον αέρα η συμφωνία Ελλάδας–Βουλγαρίας για τη ροή του Άρδα. Άρδευση χωρίς σχέδιο και υποδομές στον Βόρειο Έβρο. Τι καταγγέλλει το ΠΑΣΟΚ και τι ζητούν οι αγρότες.
Μια «κοινή δήλωση» που υπογράφτηκε στις 2 Μαΐου 2025 μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας για τη ροή του ποταμού Άρδα, παρουσιάστηκε ως λύση για την άρδευση 220.000 στρεμμάτων στον Βόρειο Έβρο. Κι όμως, τελικά μέχρι και σήμερα, κανείς δεν γνωρίζει τι ακριβώς υπογράφηκε.
Οι αγρότες, οι ΤΟΕΒ, οι ΓΟΕΒ και οι τοπικές κοινωνίες δεν έχουν ενημερωθεί για τη διάρκεια, την ποσότητα νερού, το πρόγραμμα ροής ή τους τεχνικούς όρους.
Οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ Δημήτρης Μάντζος και Μανώλης Χριστοδουλάκης κατέθεσαν νέα κοινοβουλευτική ερώτηση, επισημαίνοντας ότι καμία από τις προηγούμενες δεν απαντήθηκε.
Δείτε την ερώτηση: Ερώτηση Αρδας 180625 upd
Με νερό “λόγια” δεν ποτίζονται τα χωράφια
Οι δηλώσεις περί «ικανής ποσότητας ύδατος» δεν συνοδεύονται από αριθμούς, χρονοδιάγραμμα ή μετρήσεις. Και ο Άρδας δείχνει ήδη σημάδια υποχώρησης στην κρίσιμη καλλιεργητική περίοδο.
Το 2024, η ξηρασία προκάλεσε απώλειες έως και 40% στο αγροτικό εισόδημα.
Το 2025, οι αγρότες βρίσκονται πάλι χωρίς βεβαιότητα, χωρίς συμφωνία, χωρίς έργα.
Το φράγμα Θεραπειού και ο υδατοταμιευτήρας Κομάρων – Χρόνια στα χαρτιά
Το ΠΑΣΟΚ ρωτά επίσημα σε ποιο στάδιο βρίσκονται:
-
η αναβάθμιση του φράγματος Θεραπειού,
-
η επισκευή του υδατοταμιευτήρα Κομάρων.
Δύο έργα-κλειδιά για τη διαχείριση νερού στην περιοχή, που λιμνάζουν εδώ και χρόνια, παρά τη διακηρυγμένη σημασία τους.
Κρίσιμα ερωτήματα – Καμία απάντηση
Υπάρχει όντως συμφωνία ή μιλάμε για “συμφωνία κυρίων”;
Τι ποσότητα νερού εξασφαλίστηκε;
Υπάρχει πρόγραμμα ροής ή γίνεται «ό,τι βγει»;
Γιατί δεν ενημερώνονται οι αγρότες και οι Οργανισμοί Άρδευσης;
Ποιος ελέγχει την εφαρμογή της συμφωνίας;
Η σιγή ιχθύος από τα αρμόδια Υπουργεία εκλαμβάνεται πλέον ως αδιαφορία. Κι όταν μιλάμε για νερό, σε αγροτική περιοχή του Έβρου, αυτό μεταφράζεται σε απειλή επιβίωσης.
Περιοχή με εθνικό βάρος, χωρίς κρατική φροντίδα
Η απουσία σταθερής άρδευσης στον Βόρειο Έβρο δεν είναι τεχνικό θέμα. Είναι πολιτικό ζήτημα, αναπτυξιακό πρόβλημα και εθνικός κίνδυνος.
Ο πρωτογενής τομέας δεν μπορεί να στηριχτεί με “προθέσεις καλής γειτονίας” και «λογάκια» για το μέλλον. Χρειάζεται πραγματικές υποδομές, διαφάνεια, συμφωνίες με δεσμεύσεις και επένδυση στον τόπο.