Ο Κυριάκος Πιερρακάκης εξελέγη πρόεδρος του Eurogroup και παρουσιάστηκε σαν «πανευρωπαϊκή επιλογή». Στην πραγματικότητα, όμως, δεν υπάρχει διαγωνισμός, δεν υπάρχουν ψηφοφόροι, δεν υπάρχουν θεσμοθετημένα κριτήρια – μόνο συνεννοήσεις κυβερνήσεων, στήριξη από τα μεγάλα κράτη και ένα κλειστό «ναι» ή «όχι» πίσω από κλειστές πόρτες.
της Κατερίνας Καλεντερίδου
Όταν ο Κυριάκος Πιερρακάκης εξελέγη πρόεδρος του Eurogroup, τα ελληνικά ΜΜΕ, έκαναν λόγο για μια «ιστορική στιγμή» και μια «αναβάθμιση της χώρας στην Ευρώπη». Ωστόσο, δεν ακούσαμε πουθενά, τι είναι στην πραγματικότητα η προεδρία του Eurogroup, πώς φτάνει κάποιος εκεί, και ποια είναι η πραγματική δυναμική που κρύβεται πίσω από αυτήν την απλή ψηφοφορία.
Μια θέση χωρίς δημοκρατική βάση
Ο πρόεδρος του Eurogroup δεν είναι ένας ακόμη τίτλος τιμής, ούτε ένας τελετάρχης συνεδριάσεων. Πρόκειται για τον άνθρωπο που συντονίζει τους υπουργούς Οικονομικών της ευρωζώνης, διαμορφώνει την ημερήσια διάταξη, ανοίγει και κλείνει κρίσιμες συζητήσεις για ελλείμματα, χρέος, τράπεζες, επενδύσεις και κανόνες δημοσιονομικής πειθαρχίας.
Ο τρόπος με τον οποίο «πλαισιώνει» ένα θέμα ή «γράφει» τα συμπεράσματα μπορεί να επηρεάσει τη ζωή εκατομμυρίων πολιτών στα κράτη-μέλη. Κι όμως, ο πολίτης δεν έχει καμία άμεση εμπλοκή στο ποιος θα πάρει αυτή τη θέση.
Η εκλογή γίνεται αποκλειστικά από τους ίδιους τους υπουργούς Οικονομικών της ευρωζώνης, σε κλειστή συνεδρίαση. Η θητεία είναι δυόμισι χρόνια και μπορεί τυπικά να ανανεωθεί, αν υπάρξει πάλι συμφωνία.
Δεν προβλέπεται διακομματική διαδικασία, ούτε ακροάσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο που να δεσμεύουν το αποτέλεσμα.
Πρόκειται για μια «διακυβερνητική» επιλογή, όπου αυτοί που κυβερνούν αποφασίζουν ποιος θα τους συντονίζει.
Πώς γεννιέται μια υποψηφιότητα
Σε αντίθεση με αυτό που υπονοήθηκε στην ελληνική δημόσια συζήτηση («η Ευρώπη πρότεινε τον Πιερρακάκη»), η πρωτοβουλία για μια υποψηφιότητα ξεκινά σχεδόν πάντα από το ίδιο το κράτος-μέλος.
Η κυβέρνηση επιλέγει ποιον υπουργό της θα προωθήσει, ενημερώνει άτυπα άλλες πρωτεύουσες και ξεκινά ένας κύκλος παρασκηνιακών συζητήσεων, τηλεφωνήματα, διμερείς επαφές, συναντήσεις στο περιθώριο συνόδων και σαφώς κλειστά υπερπολυτελή δείπνα ή γεύματα. Εκεί κλείνονται οι πρώτες στηρίξεις και φαίνεται αν μια υποψηφιότητα «περπατάει» ή όχι.
Παράλληλα, μπορεί να εμφανιστούν και άλλοι ενδιαφερόμενοι υπουργοί από άλλες χώρες. Δεν υπάρχει επίσημη προθεσμία όπως σε μια κλασική εκλογή, αυτό που μετράει είναι ποιος θα παρουσιάσει έγκαιρα ένα πλέγμα συμμαχιών. Όταν πια η εικόνα σταθμίσεων ωριμάσει, οι υποψήφιοι «κλειδώνουν» και οδηγούμαστε στην επίσημη ψηφοφορία, όπου συνήθως συμμετέχουν δύο ή σπανιότερα τρεις υποψήφιοι. Εκείνο που βλέπει ο πολίτης ως «μάχη της τελευταίας στιγμής» είναι στην πράξη το τέλος μιας πολύμηνης διπλωματικής διαδρομής.
Ο ρόλος των μεγάλων παικτών
Τυπικά, κάθε χώρα της ευρωζώνης έχει μία ψήφο. Πολιτικά, όμως, δεν έχουν όλες το ίδιο βάρος. Τα μεγάλα κράτη, όπως η Γερμανία και η Γαλλία, αλλά και όσα έχουν ισχυρή φωνή στις ευρωπαϊκές ισορροπίες, λειτουργούν ως «ρυθμιστές παιχνιδιού». Αν συμφωνήσουν σε έναν υποψήφιο, οι περισσότερες μικρότερες χώρες συντάσσονται μαζί τους, είτε γιατί τους συνδέουν άμεσες συμμαχίες, είτε γιατί δεν θέλουν να βρεθούν σε αντίθετο ρεύμα.
Έτσι, όταν ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών ανακοινώνει δημοσίως ότι στηρίζει τον τάδε υποψήφιο, ουσιαστικά ολοκληρώνει το «κάδρο» του αποτελέσματος. Όταν οι ισχυροί παίκτες δείχνουν δημόσια την προτίμησή τους, στέλνουν σήμα σε όλους τους υπόλοιπους ότι η πλάστιγγα έχει γείρει και ελάχιστες κυβερνήσεις θα ρισκάρουν να βρεθούν απέναντι σε αυτό το ρεύμα.
Έτσι, μια διαδικασία που τυπικά είναι «εκλογή» καταλήγει στην πράξη να είναι επικύρωση μιας ήδη διαμορφωμένης συμφωνίας.
Οι ισχυρές χώρες δεν «τρέχουν» πάντα για την προεδρία του Eurogroup γιατί συχνά κερδίζουν περισσότερα αφήνοντας τη θέση σε μικρότερα κράτη, ενώ έτσι αποφεύγουν και την κατηγορία της ηγεμονίας.
Ισορροπία μεγάλων–μικρών
Στην ΕΕ υπάρχει άτυπη λογική «μοιράσματος» των κορυφαίων θέσεων, ώστε να μη φαίνεται ότι Γερμανία, Γαλλία κ.λπ. κρατούν όλα τα κλειδιά. Συχνά το Eurogroup πηγαίνει σε μικρότερες ή μεσαίες χώρες (Λουξεμβούργο, Ολλανδία, Πορτογαλία) για λόγους ισορροπίας και εικόνας συλλογικής ηγεσίας.
Παράλληλα, οι μεγάλες χώρες έχουν ήδη άλλα βαριά πόστα (ΕΚΤ, Κομισιόν, Συμβούλιο) και προτιμούν να επηρεάζουν το Eurogroup παρασκηνιακά, στηρίζοντας «φιλικούς» υποψηφίους αντί να εκτίθενται οι ίδιες. Έτσι, μπορούν να πιέζουν χωρίς να χρεώνονται ευθέως τις αποφάσεις και χωρίς να κατηγορούνται ότι «τα πήραν όλα»
Η περίπτωση Πιερρακάκη
Στην περίπτωση του Κυριάκου Πιερρακάκη, η ελληνική κυβέρνηση πρότεινε τον υπουργό Οικονομικών για την προεδρία και εργάστηκε διπλωματικά επί εβδομάδες για να εξασφαλίσει στηρίξεις. Παράλληλα, ο Βέλγος υπουργός Βίνσεντ βαν Πέτεγκεμ διεκδικούσε το ίδιο πόστο.
Η δημόσια δήλωση του Γερμανού υπουργού ότι θα ψηφίσει υπέρ του Έλληνα υποψηφίου λειτούργησε ως σημείο καμπής και έστειλε μήνυμα ότι ο «βόρειος πυλώνας» στηρίζει Πιερρακάκη, άρα πολλοί σκέφτηκαν πως δύσκολα θα μπορούσε να επικρατήσει άλλος.
Το τελικό αποτέλεσμα παρουσιάστηκε στο κοινό ως μια «νίκη της Ελλάδας» και ως προσωπική δικαίωση του Πιερρακάκη. Σε έναν βαθμό, αυτό ισχύει, χρειάστηκε αξιοπιστία χώρας, διαπραγματευτική δουλειά και εικόνα σοβαρού τεχνοκράτη για να κερδηθεί η εμπιστοσύνη των ομολόγων του.
Ωστόσο, είναι εξίσου αλήθεια ότι η διαδικασία δεν ήταν κάποια ανοιχτή ευρωπαϊκή «ψήφος εμπιστοσύνης» στον ίδιο ή στους Έλληνες πολίτες. Ήταν το αποτέλεσμα συνεννόησης κυβερνήσεων, με τους ισχυρούς να βάζουν τη σφραγίδα.
Γιατί έχει σημασία να ξέρουμε τη διαδικασία
Το ότι η Ελλάδα κερδίζει έναν κρίσιμο θεσμικό ρόλο δεν σημαίνει πως πρέπει να τρώμε «κουτόχορτο» για το πώς φτάσαμε εκεί. Χωρίς κατανόηση της διαδικασίας, ο πολίτης κινδυνεύει να πιστέψει ότι η Ευρώπη λειτουργεί με λογική λαϊκής νομιμοποίησης, ενώ σε πολλά καίρια πόστα όπως η προεδρία του Eurogroup, η ισχύς καθορίζεται στο παρασκήνιο. Το να γνωρίζουμε ότι μια θέση είναι προϊόν διπλωματίας και ισορροπιών δεν ακυρώνει την αξία της, αλλά μας βοηθά να τη διαβάζουμε νηφάλια και όχι ως μύθο «πανευρωπαϊκής αποθέωσης».
Τελικά, η εκλογή Πιερρακάκη είναι και αναβάθμιση για την Ελλάδα και αντανάκλαση ενός συστήματος όπου οι κυβερνήσεις αποφασίζουν για κυβερνήσεις. Η πρόκληση για την Αθήνα από εδώ και πέρα είναι διπλή, να αξιοποιήσει την επιρροή που δίνει η προεδρία του Eurogroup προς όφελος της χώρας και ταυτόχρονα να μιλά πιο καθαρά στους πολίτες για το πώς πραγματικά λειτουργεί η ευρωπαϊκή εξουσία.