Με όχημα το Διπλωματικό Φόρουμ, οι εγκάθετοι της Άγκυρας στη Θράκη, επιχείρησαν να διεθνοποιήσουν ένα κατασκευασμένο αφήγημα περί «καταπίεσης», την ώρα που η τοπική κοινωνία επιλέγει τον δρόμο της ενσωμάτωσης και της προόδου.
Η πρόσφατη ολοκλήρωση του 5ου Διπλωματικού Φόρουμ της Αττάλειας (ADF), μετατράπηκε, για ακόμη μια φορά, σε σκηνικό για μια καλοστημένη παράσταση δυσφήμησης της Ελλάδας. Η ηγεσία των παρακρατικών δομών της Θράκης, εκπροσωπούμενη από τους Ιμπραήμ Σερίφ και Μουσταφά Τράμπα (ψευτομουφτήδες), αξιοποίησε τη φιλοξενία της τουρκικής ηγεσίας για να ανακυκλώσει το αφήγημα περί «αναπάντητων προβλημάτων» της μουσουλμανικής μειονότητας, επιβεβαιώνοντας την πλήρη οργανική τους εξάρτηση από το πολιτικό κέντρο της Άγκυρας.
Οι συναντήσεις υψηλού επιπέδου με τον Τούρκο Υπουργό Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν, και άλλους κυβερνητικούς αξιωματούχους, λειτούργησαν ως το απαραίτητο φόντο για τη λήψη των γνωστών «φωτογραφιών της ματαιοδοξίας». Ωστόσο, πίσω από τα χαμόγελα στα πολυτελή σαλόνια, κρύβεται η αγωνιώδης προσπάθεια ορισμένων κύκλων να συντηρήσουν έναν τεχνητό διχασμό στη Θράκη, αγνοώντας επιδεικτικά τη θεσμική πραγματικότητα και την ευρωπαϊκή κεκτημένη ισονομία που απολαμβάνουν όλοι οι Έλληνες πολίτες, ανεξαρτήτως θρησκεύματος.
Η αμφισβήτηση της κυριαρχίας και η εικονική πραγματικότητα
Ο Μουσταφά Τράμπα, σε δηλώσεις του που στόχευαν στη διεθνή κοινή γνώμη, επιχείρησε να παρουσιάσει τη μειονότητα ως μια κοινότητα που στερείται θρησκευτικών ελευθεριών, στοχοποιώντας ευθέως τη νόμιμη διαδικασία ορισμού των Μουφτειών. Η εμμονή στην αμφισβήτηση της ελληνικής νομοθεσίας και η απαίτηση για «διμερή διάλογο» επί εσωτερικών ζητημάτων της Ελληνικής Δημοκρατίας, αποτελεί μια ξεκάθαρη απόπειρα υπονόμευσης της έννομης τάξης. Είναι τουλάχιστον οξύμωρο να γίνεται επίκληση της Συνθήκης της Λωζάνης από εκείνους που επιδιώκουν τη συνδιαχείριση μιας περιοχής όπου η μουσουλμανική μειονότητα ευημερεί και αυξάνεται πληθυσμιακά, σε αντίθεση με τον βίαιο αφανισμό του ελληνισμού στην Κωνσταντινούπολη.
Η ρητορική αυτή, αν και ηχηρή στα αυτιά των χρηματοδοτών τους, μοιάζει αποκομμένη από την καθημερινότητα της Ροδόπης και της Ξάνθης. Η προσπάθεια να εμφανιστεί η Θράκη ως πεδίο «καταπίεσης» καταρρέει μπροστά στα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι οι πολίτες της επιλέγουν τη συνύπαρξη και τη δημοκρατική ωριμότητα, αφήνοντας πίσω τους τις μισαλλόδοξες φωνές που αναπολούν το παρελθόν από την ασφάλεια των πεντάστερων ξενοδοχείων της Αττάλειας.
Ο πανικός μπροστά στην κοινωνική ενσωμάτωση
Ίσως η πιο αποκαλυπτική στιγμή της παρουσίας των εγκαθέτων στην Τουρκία ήταν η επίθεση του Ιμπραήμ Σερίφ κατά της δημόσιας εκπαίδευσης. Ο ισχυρισμός ότι οι μειονοτικές οικογένειες ωθούνται στα κρατικά σχολεία λόγω «πίεσης» προδίδει τον τρόμο των παρακρατικών δομών μπροστά στην κοινωνική πρόοδο. Η πραγματικότητα είναι ότι χιλιάδες παιδιά της μειονότητας φοιτούν στη δημόσια εκπαίδευση με ελεύθερη επιλογή των γονέων τους, επιζητώντας την άρτια εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας και τα επιστημονικά εφόδια που θα τους εξασφαλίσουν ένα καλύτερο μέλλον.
Η κατάρρευση του «γκέτο» που οραματίζονται ορισμένοι είναι πλέον ορατή. Όσο οι νέοι μουσουλμάνοι εντάσσονται ισότιμα στον κοινωνικό και επαγγελματικό ιστό της χώρας, τόσο εξασθενεί ο ασφυκτικός έλεγχος του Προξενείου. Το «σόου» της Αττάλειας δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια τουριστική εξόρμηση με ξένα κόλλυβα, μια ύστατη προσπάθεια των εγκαθέτων να αποδείξουν ότι παραμένουν «χρήσιμοι». Η Θράκη όμως τους έχει ήδη ξεπεράσει, επιλέγοντας την ισονομία και την ευημερία μέσα σε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή δημοκρατία.