Οι αποφάσεις που πονούν – Πώς οι ψηφιακοί πίνακες και η απαγόρευση κηδειών Κυριακή στην Αλεξανδρούπολη, αγγίζουν την καρδιά μιας ολόκληρης κοινωνίας
Στην Αλεξανδρούπολη, το Δημοτικό Συμβούλιο ψήφισε πρόσφατα μια τροποποίηση του κανονισμού λειτουργίας των κοιμητηρίων που απαγορεύει τις κηδείες τις Κυριακές (εκτός εξαιρετικών περιπτώσεων) και καταργεί τα παραδοσιακά κηδειόχαρτα που αναρτώνται σε κολόνες και τοίχους, αντικαθιστώντας τα με τρεις ηλεκτρονικούς πίνακες ανακοινώσεων. Οι αλλαγές αυτές προκάλεσαν έντονη αντίδραση και διχασμό στο Δημοτικό Συμβούλιο, αλλά και σοβαρά ερωτήματα για την ουσία, τη συμπερίληψη και τον σεβασμό προς τον πόνο των οικογενειών.
Κυριακή χωρίς θάνατο – αλλά σε βάρος ποιου;
Η απαγόρευση των κηδειών τις Κυριακές βασίστηκε σε δύο βασικά επιχειρήματα, στο δικαίωμα των τριών μόνιμων υπαλλήλων των κοιμητηρίων σε μία σταθερή ημέρα αργίας και το αίτημα των γραφείων τελετών που «φορτώνονται» με μνημόσυνα κάθε Κυριακή. Παρόμοια αιτήματα έχουν εκφραστεί και σε άλλες πόλεις της χώρας, με το Σωματείο Λειτουργών Γραφείων Κηδειών Μακεδονίας να ζητά την παύση ταφών τα Σαββατοκύριακα, επικαλούμενο νομικές παραβάσεις καθώς τα ληξιαρχεία δεν λειτουργούν αυτές τις ημέρες.
Ωστόσο, δημοτικοί σύμβουλοι της αντιπολίτευσης αντέτειναν πως «δεν είναι σωστό να παρατείνεται ο πόνος μίας οικογένειας, εξαιτίας της καθυστέρησης ταφής». Σε μια κοινωνία όπου ο θάνατος και το πένθος δεν τηρούν ωράριο, η καθυστέρηση ενός εντάφιασμου κατά μία ημέρα μπορεί να βιώνεται ως επιπλέον βάρος για τους συγγενείς που ήδη βρίσκονται στη δυσκολότερη στιγμή της ζωής τους.
Η εξαφάνιση των κηδειόχαρτων – ψηφιακό μέλλον ή κοινωνικός αποκλεισμός;
Η κατάργηση των παραδοσιακών έντυπων κηδειόχαρτων και η αντικατάστασή τους με τρεις ηλεκτρονικούς πίνακες ενημέρωσης αποτελεί μια ακόμη μείζονα αλλαγή που εγείρει σοβαρά ζητήματα πρόσβασης και ισότιμης ενημέρωσης.
Τα κηδειόχαρτα λειτουργούσαν για δεκαετίες ως άμεσο, οικείο και προσιτό μέσο ενημέρωσης για τους δημότες, ιδιαίτερα για τους ηλικιωμένους, που αποτελούν σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού της Αλεξανδρούπολης. Σε αντίθεση με τους ψηφιακούς πίνακες που απαιτούν γνώση τεχνολογίας, κινητικότητα και γεωγραφική εγγύτητα, τα κηδειόχαρτα ήταν διασκορπισμένα σε πολλά σημεία της πόλης, εξασφαλίζοντας μαζική και δίκαιη πρόσβαση στην πληροφόρηση.
Τα ερευνητικά δεδομένα δείχνουν πως οι ηλικιωμένοι αντιμετωπίζουν σημαντικά εμπόδια στη χρήση ψηφιακών μέσων, περιορισμένη πρόσβαση σε σύγχρονες συσκευές, έλλειψη ψηφιακών δεξιοτήτων, τεχνοφοβία και γνωστική υπερφόρτωση. Ενώ η ελληνική κυβέρνηση έχει δρομολογήσει προγράμματα ψηφιακής ενδυνάμωσης για ηλικιωμένους, η πραγματικότητα είναι πως η μεγάλη πλειοψηφία των ηλικιωμένων εξακολουθεί να εμπιστεύεται τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης.
Η τοποθέτηση μόλις τριών ηλεκτρονικών πινάκων, έστω και με προοπτική επέκτασης, δεν μπορεί να καλύψει τις ανάγκες μιας ολόκληρης πόλης, ειδικά όταν οι περισσότεροι πολίτες που θα τους χρειαστούν είναι σε προχωρημένη ηλικία, με περιορισμένη κινητικότητα και χαμηλές ψηφιακές δεξιότητες.
Αποφάσεις που δεν παίρνονται… έτσι
Τέτοιες αποφάσεις δεν παίρνονται εύκολα, ειδικά όταν αφορούν ευαίσθητα θέματα όπως ο θάνατος και το πένθος. Η ενημέρωση για θανάτους δεν είναι απλώς μια διοικητική λεπτομέρεια αλλά κοινωνικός ιστός, παράδοση, αλληλεγγύη και σεβασμός προς τη μνήμη των νεκρών και τον πόνο των ζώντων.
Η μετάβαση στα ψηφιακά μέσα χωρίς επαρκή διαβούλευση, χωρίς ουσιαστική αξιολόγηση του αντίκτυπου στους πιο ευάλωτους πολίτες και χωρίς εναλλακτικές λύσεις που θα εξασφαλίσουν πλήρη πρόσβαση για όλους, κινδυνεύει να δημιουργήσει κοινωνικό αποκλεισμό σε μια από τις πιο ανθρώπινες στιγμές της ζωής.
Σε μια εποχή που ο ψηφιακός μετασχηματισμός επιβάλλεται παντού, πρέπει να θυμόμαστε πως η πρόοδος δεν μετράται από την ταχύτητα της τεχνολογίας, αλλά από την ικανότητά μας να μην αφήνουμε κανέναν πίσω.
