Σχεδόν τρία χρόνια μετά, δημοσιεύθηκε επιτέλους η υπουργική απόφαση για τις ενισχύσεις στις αγροτικές εκμεταλλεύσεις που επλήγησαν από τις καταστροφικές πυρκαγιές του 2023 στον Έβρο – Ποιους αφορά και ποιες είναι οι βασικές προϋποθέσεις.
Με καθυστέρηση που αγγίζει τα τρία χρόνια από τις καταστροφικές πυρκαγιές του καλοκαιριού του 2023, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως η υπουργική απόφαση που καθορίζει το καθεστώς οικονομικής ενίσχυσης για τις πληγείσες αγροτικές εκμεταλλεύσεις, μεταξύ των οποίων και εκείνες του Έβρου.
Η απόφαση αφορά τις φωτιές που εκδηλώθηκαν από τις 17 Ιουλίου έως και τις 7 Σεπτεμβρίου 2023 σε διάφορες περιοχές της χώρας, συμπεριλαμβανομένων των Περιφερειακών Ενοτήτων Έβρου και Ροδόπης, οι οποίες υπέστησαν τεράστιες καταστροφές σε δενδρώδεις καλλιέργειες, αμπελώνες, ελαιώνες και άλλες αγροτικές εκμεταλλεύσεις.
Δικαιούχοι της ενίσχυσης είναι οι κατά κύριο επάγγελμα αγρότες, οι μη επαγγελματίες παραγωγοί αλλά και αγροτικές επιχειρήσεις, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις που αφορούν τις δηλώσεις ΟΣΔΕ, την ασφαλιστική ενημερότητα στον ΕΛΓΑ και την υποχρέωση αποκατάστασης των ζημιών στις καλλιέργειες.
Το ύψος της επιχορήγησης διαφοροποιείται ανάλογα με το είδος της καλλιέργειας και τη σοβαρότητα της ζημιάς, ενώ καλύπτονται μεταξύ άλλων ελαιόδεντρα, αμπελώνες, ακτινιδιές, οπωρώνες, αρωματικά φυτά, μικροί καρποί και μηδική.
Παράλληλα, προβλέπεται ότι οι δικαιούχοι θα πρέπει να ολοκληρώσουν την αποκατάσταση των καλλιεργειών έως τις 15 Δεκεμβρίου 2026, ώστε στη συνέχεια να πραγματοποιηθεί ο έλεγχος από τον ΕΛΓΑ και η καταβολή της επιχορήγησης.
Η ενίσχυση χαρακτηρίζεται αφορολόγητη, ακατάσχετη και ανεκχώρητη, ενώ δεν συμψηφίζεται με οφειλές προς το Δημόσιο ή ασφαλιστικά ταμεία, παρέχοντας ουσιαστική οικονομική στήριξη στους πληγέντες παραγωγούς.
Για τους αγρότες του Έβρου, που είδαν το καλοκαίρι του 2023 χιλιάδες στρέμματα καλλιεργειών να παραδίδονται στις φλόγες, η δημοσίευση της απόφασης αποτελεί μια σημαντική εξέλιξη. Ωστόσο, έρχεται σχεδόν τρία χρόνια μετά τη φυσική καταστροφή, γεγονός που αναμένεται να προκαλέσει νέο κύκλο συζήτησης για τον χρόνο ανταπόκρισης της Πολιτείας απέναντι στις ανάγκες των πυρόπληκτων παραγωγών.

