Οι 185 ηλικιωμένοι για κάθε 100 παιδιά στην Ελλάδα αποτυπώνουν τη νέα δημογραφική πραγματικότητα: το 23,7% του πληθυσμού είναι άνω των 65 ετών και 4.469 άνθρωποι έχουν ήδη ξεπεράσει τα 100.
Οι 185 ηλικιωμένοι για κάθε 100 παιδιά στην Ελλάδα αποτυπώνουν με τον πιο καθαρό τρόπο τη δημογραφική ανατροπή που συντελείται στη χώρα. Σχεδόν ένας στους τέσσερις κατοίκους είναι πλέον ηλικίας 65 ετών και άνω, ενώ τα παιδιά έως 14 ετών αποτελούν μόλις το 12,8% του πληθυσμού.
Σύμφωνα με τα στοιχεία εκτιμώμενου πληθυσμού της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής για την 1η Ιανουαρίου 2025, ο μόνιμος πληθυσμός της χώρας ανήλθε σε 10.372.335 κατοίκους. Από αυτούς, το 23,7% ήταν άνω των 65 ετών, το 63,5% ανήκε στις ηλικίες 15 έως 64 ετών και μόλις το 12,8% ήταν παιδιά ηλικίας έως 14 ετών.
Η Ελλάδα δεν αλλάζει μόνο πληθυσμιακά. Αλλάζει ηλικιακά. Οι μεγαλύτερες γενιές καταλαμβάνουν ολοένα μεγαλύτερο τμήμα της πληθυσμιακής πυραμίδας, ενώ οι μικρότερες ηλικίες συρρικνώνονται.
185 ηλικιωμένοι για κάθε 100 παιδιά στην Ελλάδα
Ο δείκτης γήρανσης έφτασε το 185,4 το 2025. Αυτό σημαίνει ότι για κάθε 100 παιδιά ηλικίας έως 14 ετών αντιστοιχούν περίπου 185 άνθρωποι ηλικίας 65 ετών και άνω
Δεν πρόκειται για έναν απλό στατιστικό δείκτη. Είναι η αποτύπωση μιας κοινωνικής πραγματικότητας που επηρεάζει την εργασία, την ασφάλιση, το σύστημα υγείας, την εκπαίδευση, τις τοπικές κοινωνίες και τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας.
Οι ηλικιωμένοι είναι πλέον σχεδόν διπλάσιοι από τα παιδιά. Αυτή η απόσταση δείχνει με αριθμούς το βάθος του δημογραφικού προβλήματος: λιγότερες γεννήσεις, μικρότερες νεότερες ηλικιακές ομάδες και αυξανόμενη βαρύτητα των μεγαλύτερων ηλικιών στον συνολικό πληθυσμό.
4.469 αιωνόβιοι στην Ελλάδα
Στην κορυφή αυτής της ηλικιακής πυραμίδας βρίσκονται 4.469 άνθρωποι ηλικίας 100 ετών και άνω, οι οποίοι ζούσαν στην Ελλάδα την 1η Ιανουαρίου 2025.
Από αυτούς, οι 3.083 ήταν γυναίκες και οι 1.386 άνδρες. Με άλλα λόγια, σχεδόν επτά στους δέκα αιωνόβιους είναι γυναίκες.
Η διαφορά αυτή επιβεβαιώνει τη μεγαλύτερη παρουσία των γυναικών στις πολύ μεγάλες ηλικίες. Η ίδια τάση καταγράφεται σε όλες σχεδόν τις ηλικιακές κατηγορίες μετά τα 80 έτη.
Οι αιωνόβιοι είναι αριθμητικά μια μικρή ομάδα σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό. Ωστόσο, αποτελούν το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο μιας χώρας όπου η μακροζωία αυξάνει το βάρος των μεγαλύτερων ηλικιών στη δημογραφική εικόνα.
Πάνω από 738.000 άνω των 80
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο χαρακτηριστική όταν εξεταστούν οι ηλικίες άνω των 80 ετών.
Στην Ελλάδα υπολογίζονταν 330.332 άνθρωποι ηλικίας 80 έως 84 ετών και άλλοι 254.279 ηλικίας 85 έως 89 ετών. Στις ηλικίες 90 έως 94 ετών καταγράφονταν 119.377 κάτοικοι, ενώ 30.226 ήταν ηλικίας 95 έως 99 ετών.
Μαζί με τους 4.469 αιωνόβιους, περισσότεροι από 738.000 κάτοικοι της χώρας είχαν συμπληρώσει τα 80 χρόνια ζωής.
Ιδιαίτερα υψηλή είναι η γυναικεία παρουσία στις μεγαλύτερες ηλικίες. Στην ομάδα 90 έως 94 ετών οι γυναίκες ξεπερνούσαν τις 75.000, έναντι περίπου 44.000 ανδρών. Στις ηλικίες 95 έως 99 ετών καταγράφονταν 19.830 γυναίκες και 10.396 άνδρες, ενώ μετά τα 100 χρόνια η αναλογία γίνεται ακόμη πιο έντονη.
Μια αλλαγή τριών γενεών
Η σημερινή εικόνα αποκτά μεγαλύτερη σημασία όταν συγκριθεί με τις προηγούμενες δεκαετίες.
Το 1951, οι άνθρωποι ηλικίας 65 ετών και άνω αντιστοιχούσαν μόλις στο 6,7% του πληθυσμού. Τα παιδιά κάτω των 15 ετών αποτελούσαν τότε το 28,9%.
Σταδιακά, η σχέση αυτή ανατράπηκε. Το ποσοστό των 65+ ανέβηκε στο 12,7% το 1981, στο 17,7% το 2001, στο 19,3% το 2011 και στο 22,5% το 2021. Το 2025 έφτασε στο 23,7%.
Αντίστροφη πορεία ακολούθησαν οι ηλικίες έως 14 ετών. Από 28,9% το 1951, περιορίστηκαν στο 12,8% το 2025.
Δεν πρόκειται για μια μεταβολή μιας χρονιάς. Πρόκειται για μια βαθιά μετατόπιση της δημογραφικής βάσης της χώρας μέσα σε περίπου τρεις γενιές.
Λιγότερα παιδιά, λιγότερος πληθυσμός
Η Απογραφή Πληθυσμού-Κατοικιών του 2021 είχε καταγράψει μόνιμο πληθυσμό 10.482.487 κατοίκων, έναντι 10.816.286 το 2011. Σε μία δεκαετία, ο πληθυσμός μειώθηκε κατά 3,1%.
Την ίδια περίοδο, οι κάτοικοι ηλικίας 80 ετών και άνω αυξήθηκαν από 583.334 το 2011 σε 766.043 το 2021, καταγράφοντας άνοδο 31,3%.
Στον αντίποδα, τα παιδιά ηλικίας 0 έως 9 ετών μειώθηκαν από 1.049.839 το 2011 σε 878.491 το 2021, πτώση 16,3%. Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η μείωση στις ηλικίες 20 έως 29 ετών και 30 έως 39 ετών, οι οποίες υποχώρησαν κατά 22% και 23,2% αντίστοιχα.
Η Ελλάδα, επομένως, ζει περισσότερο. Ταυτόχρονα, όμως, αντιμετωπίζει την πρόκληση μιας πληθυσμιακής βάσης που στενεύει: λιγότερα παιδιά σήμερα σημαίνουν λιγότερους νέους, εργαζόμενους και γονείς στις επόμενες δεκαετίες.