Η επιστολή του «Σπάρτακου» για μαντήλα, τουρκική γλώσσα και σιτηρέσιο, αλλά και η οξεία απάντηση του ΚΙΕΦ, έφεραν ξανά στο προσκήνιο το πιο επικίνδυνο σενάριο για τη Θράκη, τη μετατροπή της καθημερινής συνύπαρξης σε εργαλείο πολιτικής εκμετάλλευσης.
*της Κατερίνας Καλεντερίδου
Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι η μαντήλα, αλλά η εργαλειοποίηση της συνύπαρξης
Το Νοσοκομείο Κομοτηνής βρέθηκε στο επίκεντρο μιας έντονης πολιτικής και κοινωνικής αντιπαράθεσης, μετά την επιστολή της δημοτικής παράταξης «Σπάρτακος» προς τη διοίκηση του ιδρύματος και την απάντηση του ΚΙΕΦ.
Όμως πίσω από τις καταγγελίες, τις ανακοινώσεις και τους υψηλούς τόνους, αναδεικνύεται κάτι βαθύτερο και σοβαρότερο, η ολοένα συχνότερη μετατροπή της δημόσιας ζωής στη Θράκη σε πεδίο σύγκρουσης ταυτοτήτων.
Το Γενικό Νοσοκομείο Κομοτηνής «Σισμανόγλειο» δεν είναι ένας συμβολικός χώρος, αλλά μια κρίσιμη δομή δημόσιας υγείας με 158 ανεπτυγμένες κλίνες και περίπου 460 άτομα προσωπικό, που εξυπηρετεί καθημερινά πολίτες της Ροδόπης ανεξαρτήτως θρησκείας, γλώσσας και καταγωγής.
Αντί, λοιπόν, η συζήτηση να αφορά την επάρκεια προσωπικού, τις συνθήκες περίθαλψης, τις ανάγκες των ασθενών και τη λειτουργικότητα του ιδρύματος, μετατοπίστηκε σε ένα φορτισμένο τρίγωνο, μαντήλα, γλώσσα, φαγητό.
Κι εκεί ακριβώς αρχίζει το πρόβλημα.
Η επιστολή του «Σπάρτακου» άνοιξε μια συζήτηση με λάθος τρόπο
Η επιστολή που υπογράφουν οι κ.κ. Καραΐσκος και Καρακολίδης δεν περιορίζεται σε ερωτήματα διοικητικής τάξης. Κάνει κάτι πολύ περισσότερο, μετατρέπει ζητήματα καθημερινής λειτουργίας σε πολιτισμικό και ιδεολογικό μέτωπο.
Η μαντήλα παρουσιάζεται ως πρόβλημα «ουδετερότητας», η χρήση της τουρκικής ως απειλή για την εύρυθμη λειτουργία και το σιτηρέσιο ως ένδειξη πολιτισμικής μετάλλαξης του νοσοκομείου.
Αυτή η προσέγγιση δεν είναι απλώς σκληρή, είναι ξεκάθαρα, πολιτικά επικίνδυνη.
Διότι δεν προσεγγίζει ένα δημόσιο νοσοκομείο ως θεσμό που οφείλει να λειτουργεί με κανόνες, αλλά ως σκηνή πάνω στην οποία προβάλλονται φοβικά αντανακλαστικά και ταυτοτικές αγωνίες.
Και όταν ένα νοσοκομείο παύει να συζητείται ως χώρος περίθαλψης και αρχίζει να περιγράφεται σαν σύνορο πολιτισμικής επικράτησης, τότε η πολιτική έχει ήδη χάσει το μέτρο.
Η επίκληση παλαιότερης υπόθεσης σχετικής με μαντήλα σε νοσοκομειακό περιβάλλον δεν αρκεί για να θεμελιώσει τη γενίκευση που επιχειρεί η επιστολή.
Η γνωστή απόφαση που επικαλέστηκαν μέσα ενημέρωσης και νομικές πηγές αφορούσε συγκεκριμένη περίπτωση πρακτικής άσκησης, όπου ο Συνήγορος του Πολίτη έκρινε ότι ο περιορισμός δεν συνιστούσε άμεση διάκριση επειδή συνδεόταν με ενιαία προβλεπόμενη αμφίεση και κανόνες υγιεινής, όχι με γενική απαγόρευση θρησκευτικής έκφρασης σε κάθε νοσοκομειακό περιβάλλον.
Η μετατροπή αυτής της εξειδικευμένης περίπτωσης σε γενικό πολιτικό επιχείρημα είναι, τουλάχιστον, αυθαίρετη.
Η απάντηση του ΚΙΕΦ ήταν οξεία, αλλά δεν λύνει το πρόβλημα
Από την άλλη πλευρά, το ΚΙΕΦ αντέδρασε μιλώντας για «επίθεση στην κοινωνική ειρήνη και γαλήνη», υπερασπιζόμενο το δικαίωμα στη χρήση της μητρικής γλώσσας και της θρησκευτικής έκφρασης. Το ακροδεξιό κόμμα πράγματι αυτοπροσδιορίζεται επισήμως ως «Κόμμα Ισότητας, Ειρήνης και Φιλίας» και διατηρεί οργανωμένη δημόσια παρουσία με έδρα στην Κομοτηνή.
Ωστόσο, το γεγονός ότι η επιστολή του «Σπάρτακου» είναι πολιτικά προβληματική δεν σημαίνει πως κάθε απάντηση σε αυτήν είναι αυτομάτως επαρκής ή υπεύθυνη.
Το ΚΙΕΦ απάντησε με όρους επίσης ταυτοτικούς, επενδύοντας στο δικό του ακροατήριο και αναδεικνύοντας το θέμα κυρίως ως σύγκρουση αναγνώρισης και αξιοπρέπειας.
Αυτή η στάση μπορεί να συσπειρώνει, δεν θεραπεύει όμως το βασικό πρόβλημα, ότι δηλαδή, ένα δημόσιο νοσοκομείο σέρνεται σε μια αντιπαράθεση που το απομακρύνει από τη βασική αποστολή του.
Με άλλα λόγια, η μία πλευρά δεν αθωώνει την άλλη. Η μία διολισθαίνει σε μια πολιτική στοχοποίηση της διαφορετικότητας. Η άλλη απαντά με μια επίσης φορτισμένη πολιτική γλώσσα, που δύσκολα βοηθά να πέσουν οι τόνοι.
Στη μέση, όμως, μένει η κοινωνία της Θράκης, που δεν ζει με ανακοινώσεις κομμάτων αλλά με την καθημερινή, πραγματική συνύπαρξη.
Η γλώσσα σε ένα νοσοκομείο χρειάζεται κανόνες, όχι εθνικιστική καύσιμη ύλη
Το ζήτημα της γλώσσας είναι υπαρκτό, αλλά δεν σηκώνει κραυγές. Σε κάθε δημόσιο ίδρυμα, η υπηρεσιακή επικοινωνία, οι οδηγίες, οι ιατρικοί φάκελοι και η διοικητική λειτουργία οφείλουν να εδράζονται στην επίσημη γλώσσα του κράτους. Αυτό είναι στοιχειώδης θεσμική τάξη. Από την άλλη, σε μια πολυπολιτισμική περιοχή όπως η Ροδόπη, η δυνατότητα ενός υγειονομικού να επικοινωνεί με ασθενή που δεν εκφράζεται επαρκώς στα ελληνικά μπορεί να λειτουργήσει υποστηρικτικά και όχι υπονομευτικά για την παροχή φροντίδας.
Το πραγματικό ζητούμενο, συνεπώς, δεν είναι η δαιμονοποίηση της τουρκικής ούτε η άκριτη εξύψωσή της. Είναι η ύπαρξη σαφών κανόνων, όπως η υπηρεσιακή λειτουργία να είναι απολύτως διαφανής και θεσμικά κατοχυρωμένη στα ελληνικά, ενώ η γλωσσική ευελιξία να αξιοποιείται όπου πράγματι βοηθά τον ασθενή. Οτιδήποτε πέρα από αυτό μετατρέπει μια πρακτική ανάγκη σε ιδεολογικό όπλο.
Η Θράκη δεν αντέχει άλλους εμπρησμούς για λίγα χειροκροτήματα
Αυτό που καθιστά το θέμα ακόμη σοβαρότερο είναι το ειδικό βάρος της Θράκης.
Η περιοχή δεν χαρακτηρίζεται από το πόσες φορές δοκιμάστηκε, αλλά από το ότι επί δεκαετίες κατάφερε να κρατήσει όρθια μια δύσκολη αλλά πραγματική ισορροπία.
Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι δεν ζουν σε θεωρητικές αναλύσεις. Ζουν στις ίδιες πόλεις, στα ίδια σχολεία, στις ίδιες υπηρεσίες, στα ίδια νοσοκομεία.
Γι’ αυτό και είναι ακραία ανεύθυνο να εργαλειοποιείται η συνύπαρξη για μερικά εύκολα «κλικ», λίγα χειροκροτήματα ή πρόσκαιρη πολιτική κατανάλωση.
Όταν πολιτικοί παράγοντες πατούν πάνω σε τέτοια αντανακλαστικά, δεν «λένε αλήθειες που δεν τολμούν οι άλλοι». Παίζουν με κοινωνικές ισορροπίες που χτίστηκαν με πολύ κόπο και μπορούν να τραυματιστούν πολύ πιο εύκολα απ’ όσο νομίζουν.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία της κριτικής προς τον κ. Καραΐσκο και όσους συνυπέγραψαν αυτή τη γραμμή, όχι στο ότι έθεσαν ερωτήματα, αλλά στο πώς τα έθεσαν. Όχι στη θεσμική ανάγκη για κανόνες, αλλά στην επιλογή να παρουσιαστεί το νοσοκομείο σαν να απειλείται πολιτισμικά και εθνικά.
Αυτή η υπερβολή δεν αποκαλύπτει θάρρος, αλλά πολιτική ανευθυνότητα.
Το Νοσοκομείο Κομοτηνής χρειάζεται διοίκηση, κανόνες και ψυχραιμία
Η διοίκηση του νοσοκομείου και η πολιτεία οφείλουν να τοποθετηθούν θεσμικά. Όχι με όρους πολιτικής συμπάθειας προς τη μία ή την άλλη πλευρά, αλλά με καθαρούς κανόνες. Τι ισχύει για την ενδυμασία; Τι ισχύει για τη γλώσσα στην υπηρεσιακή επικοινωνία; Πώς διαμορφώνονται τα σιτηρέσια στα δημόσια νοσοκομεία; Με ποια υγειονομικά, διοικητικά και επιστημονικά κριτήρια;
Αυτές είναι οι απαντήσεις που χρειάζονται οι πολίτες. Όχι νέες κραυγές. Όχι συμβολικοί πόλεμοι. Όχι ανακοινώσεις που ανεβάζουν τη θερμοκρασία και ρίχνουν το επίπεδο.
Το Νοσοκομείο Κομοτηνής δεν πρέπει να γίνει πεδίο πολιτισμικής επίδειξης ούτε από εθνοκεντρικές υπεραπλουστεύσεις ούτε από μειονοτικές πολιτικές περιχαρακώσεις. Πρέπει να παραμείνει αυτό που είναι, ένας δημόσιος θεσμός που υπηρετεί όλους.
Οι ανακοινώσεις αυτούσιες
Η επιστολή της παράταξης «Σπάρτακος»
«Κυρία διοικήτρια,
Ἐχοντας ήδη κλείσει μισό χρόνο από την ανάληψη των καθηκόντων σας στο Γενικό Νοσοκομείο της πόλης μας, είμαστε βέβαιοι ότι έχετε μία καλή εικόνα της όλης κατάστασής του. Ωστόσο, κι επειδή μερικά ζητήματα κρίνονται ως “επικίνδυνα” ή αντιδημοφιλή, ως δημοτική παράταξη της Κομοτηνής που ασχολείται με ό,τι αφορά τους συμπολίτες μας, θέλουμε να σας επιστήσουμε την προσοχή σε κάτι συγκεκριμένο – το ξανακάναμε προ τριετίας με την προκάτοχό σας. Αφορά την συμπεριφορά κάποιων μειονοτικών εργαζόμενων στο Νοσοκομείο αλλά και την στάση της διοίκησης στα συναφή θέματα.
Ολοένα και περισσότερες εργαζόμενες, γιατρίνες και νοσηλεύτριες, εμφανίζονται με την μαντήλα που υποδηλώνει το θρήσκευμά τους, κάτι που αντίκειται στην αρχή της ουδετερότητας που οφείλει να τηρεί ο υγειονομικός. Το ζήτημα αυτό είχε αντιμετωπιστεί πριν 8 περίπου χρόνια στο Νοσοκομείο της Ξάνθης, πριν αναλάβετε εσείς την διοίκησή του, και λύθηκε με τον ενδεδειγμένο τρόπο. Σήμερα, όπως καλά γνωρίζετε, δεν υπάρχει καμία μαντηλοφορούσα στο νοσοκομείο της διπλανής μας πόλης, όπως ακριβώς δεν υπάρχει και στο νοσοκομείο της Αλεξανδρούπολης από όπου πέρασε και περνάει η πλειοψηφία των ειδικευόμενων γιατρών που σήμερα βρίσκονται στην Κομοτηνή. Αναρωτιόμαστε για ποιον λόγο η Κομοτηνή αποτελεί εξαίρεση, είναι άλλο κράτος οι διπλανοί μας νομοί;
Το σιτηρέσιο στο Νοσοκομείο Κομοτηνής είναι προσαρμοσμένο στην …μωαμεθανική θρησκεία! Η χρόνια απουσία του χοιρινού κρέατος – ακόμα και τα Χριστούγεννα η μπριζόλα ήταν μοσχαρίσια – μπορεί να μην είναι ουσιώδες πρόβλημα, όμως η σημειολογία είναι σαφής. Κανένας βεβαίως δεν θα υποχρεώσει τον ασθενή να καταναλώσει κρέας που για λόγους θρησκευτικούς το θεωρεί “ακάθαρτο” αλλά απορούμε γιατί δεν ακολουθείται η λύση που και πάλι η Ξάνθη προέκρινε: όπως καλά γνωρίζετε σερβίρονται τα πάντα και όταν υπάρχει χοιρινό υπάρχει και εναλλακτική για τους ενδιαφερόμενους. Δεν θέλουμε να πιστέψουμε ότι το Νοσοκομείο Κομοτηνής βαδίζει στον δρόμο του …χαλάλ!
Η χρήση της τουρκικής γλώσσας από μειονοτικούς υγειονομικούς για ζητήματα υπηρεσιακά έχει δημιουργήσει μεγάλο λειτουργικό πρόβλημα συνεννόησης και πολλά περιστατικά δυσαρέσκειας που μάς μεταφέρονται. Γνωρίζετε πολύ καλά την περίπτωση Μπαλτατζή από την θητεία σας στην Ξάνθη, η οποία τελικά αντιμετωπίστηκε δεόντως. Εδώ θα ανεχόμαστε αδιαμαρτύρητα την επιβολή των τουρκικών, την παραγόμενη δυσλειτουργία και την δημιουργία αφιλόξενου κλίματος για τους πλειονοτικούς ασθενείς και εργαζόμενους; Παλιότερα προκάτοχος της θέσης σας είχε απευθυνθεί γραπτώς στο προσωπικό για χρήση της επίσημης γλώσσας του κράτους από όλους. Στις ελάχιστες περιπτώσεις που ο ασθενής αγνοεί την ελληνική γλώσσα η μετάφραση έχει την αξία της αλλά εδώ έχουμε από ορισμένους την μόνιμη παράκαμψη της ελληνικής για χάρη της τουρκικής.
Κυρία διοικήτρια, γνωρίζουμε ότι υπάρχουν πολλά προβλήματα προς επίλυση στο Νοσοκομείο και η επικείμενη μετεγκατάσταση στο νέο κτίριο γεννά περισσότερα. Όμως θεωρούμε πολύ κρίσιμο θέμα και αυτό που περιγράψαμε ανωτέρω, καθώς αφορά το κατά πόσον ο Έλληνας πολίτης που πληρώνει την δημόσια υγεία θα αισθάνεται ευπρόσδεκτος στο Νοσοκομείο της πόλης του ή θα αισθάνεται να μπαίνει σε ίδρυμα μιας περίπου υβριδικής κυριαρχίας. Είναι στο χέρι σας να δρομολογήσετε τα δέοντα μέτρα ώστε οι συγκεκριμένες παθολογίες να μην εδραιωθούν και στη δωρεά του Ιδρύματος Νιάρχου».
Η ανακοίνωση του ΚΙΕΦ (DEB)
«ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ
06-03-2026
Το αίτημα για απαγόρευση της μαντίλας και της χρήσης της τουρκικής γλώσσας, το οποίο περιλαμβάνεται στην επιστολή που εστάλη από τα μέλη της παράταξης «Σπάρτακος» του Δήμου Κομοτηνής προς τη Διευθύντρια του Νοσοκομείου Κομοτηνής, Έλενα Ραφαέλα, αποτελεί άμεση επίθεση στην κοινωνική ειρήνη και γαλήνη.
Η χρήση της μητρικής γλώσσας από τους εργαζόμενους στον τομέα της υγείας στην μεταξύ τους επικοινωνία, όχι μόνο δεν δημιουργεί λειτουργικό πρόβλημα, αλλά αποτελεί πηγή αξιοπρέπειας και ηθικού που τους προσφέρει η σύγχρονη δημοκρατία. Η εργασία σε ένα περιβάλλον όπου ο πολιτισμός τους γίνεται σεβαστός, τους δίνει μόνο επιπλέον κίνητρο.
Επίσης, δεν πρέπει να λησμονείται ότι οι άνθρωποί μας, που για χρόνια δεν μπορούσαν να εκφράσουν τα προβλήματα και τις ανάγκες τους λόγω ανεπάρκειας στην ελληνική γλώσσα, πάντα περιφρονούνταν επειδή δεν γνώριζαν ελληνικά. Είναι αδύνατο να κατανοήσουμε γιατί προκαλείται τέτοια ενόχληση όταν οι άνθρωποι αυτοί εκφράζουν τα προβλήματά τους στους γιατρούς-μέλη της μειονότητας στη γλώσσα τους και λαμβάνουν σωστές υπηρεσίες υγείας!
Η πίστη και η γλώσσα μας είναι εδώ και θα συνεχίσουν να είναι εδώ.
Πιστεύουμε ότι η αξιότιμη Διευθύντρια του Νοσοκομείου θα δώσει την απαραίτητη απάντηση σε αυτή την υποτιμητική επιστολή και θα συμβάλει στην κοινωνική γαλήνη.»

