Ο μηχανισμός «σφράγισης» συνόρων που εισηγείται η Ελλάδα συνδέεται με την εμπειρία του Έβρου το 2020. Ο Θάνος Πλεύρης θέτει σήμερα την πρόταση στην ευρωπαϊκή συζήτηση στο Λουξεμβούργο, ενώ παράλληλα προχωρούν οι διαβουλεύσεις πέντε χωρών για κέντρο επιστροφών.
Μηχανισμό «σφράγισης» συνόρων σε περίπτωση μαζικής και συντονισμένης μεταναστευτικής πίεσης προτείνει η Ελλάδα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, επικαλούμενη όσα συνέβησαν στον Έβρο το 2020.
Ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου, Θάνος Πλεύρης, συμμετέχει σήμερα, 1η Οκτωβρίου, στο Συμβούλιο Εσωτερικών Υποθέσεων στο Λουξεμβούργο, όπου το μεταναστευτικό, οι επιστροφές και η συνεργασία με τρίτες χώρες βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη.
Σύμφωνα με όσα δήλωσε, η Αθήνα θέλει έναν μηχανισμό που θα ενεργοποιείται όταν ένα κράτος-μέλος αντιμετωπίζει εργαλειοποίηση μεταναστευτικών ροών. Ο υπουργός περιγράφει μια απάντηση με άμεσο κλείσιμο των συνόρων, μη εξέταση αιτήσεων ασύλου και γρήγορες επιστροφές. Πρόκειται για τη θέση που επιδιώκει να προωθήσει η κυβέρνηση, όχι για απόφαση που έχει λάβει σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Μηχανισμός «σφράγισης» συνόρων – Γιατί επικαλούνται τον Έβρο
Ο Έβρος βρίσκεται στον πυρήνα της ελληνικής επιχειρηματολογίας. Η κυβέρνηση παρουσιάζει τα γεγονότα του 2020 ως παράδειγμα οργανωμένης πίεσης στα εξωτερικά σύνορα της Ε.Ε. και υποστηρίζει ότι ανάλογες καταστάσεις δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται μόνο με τις συνήθεις διαδικασίες του μεταναστευτικού συστήματος. Υπενθυμίζεται άλλωστε πως ο κ. Πλεύρης έχει συνδέσει δημόσια αυτή τη θέση και με τις εξελίξεις στη Θέουτα της Ισπανίας.
Η συζήτηση αφορά, επομένως, κάτι περισσότερο από τη φύλαξη μιας συνοριακής γραμμής. Αφορά το ποιος διαπιστώνει ότι μια μεταναστευτική πίεση αποτελεί εργαλειοποίηση, ποια έκτακτα μέτρα μπορούν τότε να ληφθούν και ποια ευθύνη αναλαμβάνει η Ε.Ε. απέναντι στο κράτος-μέλος που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή.
Ο Έβρος προσφέρει στην Αθήνα ένα ισχυρό πολιτικό επιχείρημα. Δεν αρκεί όμως η επίκληση ενός προηγούμενου για να δημιουργηθεί αυτομάτως κοινός ευρωπαϊκός κανόνας. Θα απαιτηθούν συμφωνία των αρμόδιων θεσμών και σαφής προσδιορισμός των προϋποθέσεων εφαρμογής του.
Το όριο ανάμεσα στην πρόταση και στο ισχύον δίκαιο
Εδώ βρίσκεται και το πιο δύσκολο ερώτημα της ελληνικής εισήγησης. Το ευρωπαϊκό πλαίσιο προβλέπει ειδικούς κανόνες για εξαιρετικές καταστάσεις κρίσης, στις οποίες περιλαμβάνεται η εργαλειοποίηση μεταναστών. Οι κανόνες αυτοί ορίζουν προϋποθέσεις και διαδικασίες για προσωρινά μέτρα, δεν σημαίνουν ότι κάθε χώρα μπορεί μονομερώς, σε οποιαδήποτε πίεση, να καταργεί την πρόσβαση σε διαδικασίες προστασίας ή να επιστρέφει αυτομάτως κάθε άνθρωπο που φτάνει στα σύνορα.
Γι’ αυτό η φράση «δεν θα εξετάζονται αιτήσεις ασύλου» πρέπει να αποδίδεται ρητά ως περιγραφή της κυβερνητικής πρότασης. Η πρακτική εφαρμογή οποιουδήποτε νέου μηχανισμού θα πρέπει να εξειδικευτεί και να κριθεί σε σχέση με τις υποχρεώσεις της Ε.Ε. για το άσυλο και την προστασία από επιστροφή σε κίνδυνο.
Η διάκριση αυτή είναι το σημείο στο οποίο μια πολιτική διακήρυξη πρέπει να μετατραπεί, αν υπάρξει συμφωνία, σε κανόνες με σαφή όρια, έλεγχο και εφαρμογή.
Ξεχωριστή συζήτηση για το Return Hub
Παράλληλα με την πρόταση για αντίδραση σε συνοριακές κρίσεις, η Ελλάδα συμμετέχει σε ομάδα πέντε χωρών που εξετάζει τη δημιουργία κέντρου επιστροφών σε τρίτη χώρα. Μαζί της βρίσκονται η Γερμανία, η Ολλανδία, η Αυστρία και η Δανία. Για την πρωτοβουλία αυτή έχει προγραμματιστεί χωριστή συνάντηση στο περιθώριο των εργασιών στο Λουξεμβούργο.
Το λεγόμενο Return Hub αφορά ανθρώπους που δεν έχουν δικαίωμα παραμονής στην Ε.Ε. και για τους οποίους έχει προκύψει διαδικασία επιστροφής. Δεν είναι το ίδιο πράγμα με τον προτεινόμενο μηχανισμό για ξαφνική πίεση στα σύνορα. Το πρώτο αφορά το τι συμβαίνει μετά τη διαπίστωση ότι κάποιος δεν δικαιούται παραμονή, το δεύτερο αφορά την αντίδραση τη στιγμή μιας κρίσης στα εξωτερικά σύνορα.
Ο Θάνος Πλεύρης εκτιμά ότι μια συμφωνία για το κέντρο θα μπορούσε να υπογραφεί έως το τέλος του 2026 ή στις αρχές του 2027, με στόχο λειτουργίας κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2027, όταν η Ελλάδα θα ασκεί την Προεδρία του Συμβουλίου της Ε.Ε. Αναφέρονται μάλιστα, ως πιθανά σενάρια η Ρουάντα και η Ουγκάντα, αλλά δεν έχει ανακοινωθεί οριστικά χώρα εγκατάστασης.