Οι αγρότες αρνούνται την απευθείας συνάντηση με τον πρωθυπουργό, στέλνουν γραπτό τελεσίγραφο στο Μαξίμου και προειδοποιούν ότι θα μείνουν στα μπλόκα μέχρι να πάρουν καθαρή δέσμευση για τα αιτήματά τους, την ώρα που η κυβέρνηση κατηγορεί τους συνδικαλιστές για «προσχηματικό διάλογο» και ζητά ανοιχτούς δρόμους εν μέσω εορτών.
Στην πανελλαδική σύσκεψη της Νίκαιας οι αγρότες αποφάσισαν να ανατρέψουν το γνωστό μοντέλο «πάμε στο Μαξίμου, βγάζουμε αναμνηστική και φεύγουμε». Δηλώνουν ότι πρώτα θέλουν γραπτή, συγκεκριμένη απάντηση της κυβέρνησης στα αιτήματά τους, διαφορετικά δεν σκοπεύουν να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι με τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Με αυτόν τον τρόπο μετατρέπουν το αίτημα για διάλογο σε μοχλό πίεσης, είτε η κυβέρνηση δεσμεύεται πολιτικά, είτε τα μπλόκα γίνονται μόνιμη εικόνα των γιορτών.
Το μήνυμα από τη Νίκαια είναι καθαρό: «Δεν φεύγουμε από τα μπλόκα, κλιμακώνουμε». Η επιλογή να διαμηνύσουν ότι «θα κάνουμε Χριστούγεννα στους δρόμους» δεν είναι απλώς μια συναισθηματική δήλωση, αλλά μια ευθεία απειλή κλιμάκωσης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την κυκλοφορία, την αγορά και το πολιτικό κλίμα. Οι αγρότες εμφανίζονται αποφασισμένοι να μην επαναλάβουν ημίμετρα προηγούμενων ετών, όπου υποσχέσεις έμεναν στα χαρτιά.
Το αγροτικό τελεσίγραφο – τι ζητούν
Η λίστα των αιτημάτων των αγροτών λειτουργεί ως πραγματικό «συμβόλαιο» που ζητούν να υπογράψει πολιτικά η κυβέρνηση πριν από οποιονδήποτε διάλογο. Στον πυρήνα της βρίσκονται:
- Η παραγραφή διώξεων για προηγούμενες κινητοποιήσεις, κίνηση με σαφές πολιτικό μήνυμα υπέρ της «ποινικής ασυλίας» των μπλόκων.
- Η καταβολή όλων των οφειλόμενων ποσών από επιδοτήσεις, αποζημιώσεις και κάθε άλλη εκκρεμότητα, με σαφή αιχμή προς τον τρόπο με τον οποίο λειτούργησαν μέχρι σήμερα οι μηχανισμοί πληρωμών.
Ειδικά στις τιμές και στο κόστος παραγωγής, οι αγρότες ζητούν κατώτερες εγγυημένες τιμές για τα προϊόντα τους, ρεύμα στα 7 λεπτά, αφορολόγητο πετρέλαιο «στη μάνικα» και γενναία μείωση του κόστους παραγωγής, μεταφέροντας το βάρος προς το κράτος και το ενεργειακό σύστημα.
Παράλληλα, στο στόχαστρο μπαίνει ευθέως το χρηματιστήριο ενέργειας, το οποίο θεωρούν βασικό υπεύθυνο για τις τιμές στο ρεύμα, ενώ ολόκληρο πακέτο αιτημάτων επικεντρώνεται στον ΟΠΕΚΕΠΕ, με αιχμές για «κλεμμένα», απαίτηση εξυγίανσης, ελέγχων, διαφάνειας και μπλοκαρίσματος της μεταφοράς του στην ΑΑΔΕ.
Κτηνοτροφία, ευλογιά και το μέτωπο της περιφέρειας
Το αγροτικό κίνημα δεν περιορίζεται στο χωράφι, οι κτηνοτρόφοι φέρνουν στην πρώτη γραμμή την κρίση με την ευλογιά των προβάτων, η οποία απειλεί με αφανισμό ολόκληρα κοπάδια και εισοδήματα.
Ζητούν πλήρη εμβολιασμό με αποζημίωση, αναπλήρωση του χαμένου εισοδήματος και δωρεάν ανασύσταση των κοπαδιών, υποστηρίζοντας ότι η κρατική ευθύνη δεν μπορεί να περιοριστεί σε ημίμετρα.
Παράλληλα, ετοιμάζεται παράρτημα αιτημάτων για μελισσοκόμους και αλιείς, δείχνοντας ότι το αγροτοκτηνοτροφικό μέτωπο αποκτά χαρακτηριστικά ευρύτερης κοινωνικής συσπείρωσης στην περιφέρεια.
Σε αυτό το πλαίσιο, η κυβέρνηση γνωρίζει ότι δεν έχει απέναντι μόνο ένα κοινωνικό κλάδο, αλλά ένα σύνολο παραγωγών που ήδη νιώθουν πως χτυπιούνται από το κόστος ενέργειας, τις καταστροφές, τις ασθένειες και τις καθυστερήσεις στις αποζημιώσεις. Πολιτικά, η ένταση με τους αγρότες συμπίπτει με μια περίοδο όπου καταγράφονται δημοσκοπικές πιέσεις σε κρίσιμες περιφέρειες της χώρας, καθιστώντας το αγροτικό ένα δυνητικά εκρηκτικό ζήτημα για το κυβερνητικό στρατόπεδο.
Η απάντηση της κυβέρνησης – ναι στον διάλογο, όχι σε κλειστούς δρόμους
Από την πλευρά της κυβέρνησης, η γραμμή είναι σαφής: «ναι στον διάλογο, όχι στους κλειστούς δρόμους». Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, από το βήμα της Βουλής, κατηγόρησε τους αγρότες ότι ο διάλογος που επικαλούνται είναι προσχηματικός, όταν συνοδεύεται από πρόθεση να μην κάτσουν καν στο τραπέζι χωρίς προκαταβολική αποδοχή όλων των αιτημάτων τους. Με αυτόν τον τρόπο επιχειρεί να μεταφέρει την πίεση στο αγροτικό μπλοκ, εμφανίζοντας την κυβέρνηση ως πρόθυμη για συζήτηση και τους συνδικαλιστές ως αδιάλλακτους.
Παράλληλα, η κυβέρνηση επενδύει σε ένα ισχυρό επικοινωνιακό επιχείρημα: ότι οι κλειστοί δρόμοι ταλαιπωρούν πολίτες που θέλουν να πάνε για χημειοθεραπείες, να επιστρέψουν στο σπίτι τους, να πάνε στη δουλειά τους ή στο χωριό τους για τις γιορτές. Αυτό το αφήγημα στοχεύει στο να απομονώσει πολιτικά τα μπλόκα, παρουσιάζοντας τα ως μέσο πίεσης που στρέφεται όχι μόνο κατά της κυβέρνησης, αλλά κατά της κοινωνίας. Το ερώτημα είναι αν η κοινωνία θα ταυτιστεί με την κυβερνητική ρητορική ή θα δει στα αιτήματα των αγροτών μια δίκαιη κραυγή απόγνωσης.