Μνήμες από τις αυλές, τις γιαγιάδες και την απλότητα που μας έφτιαξε ανθρώπους
Τότε που τα καλοκαίρια στον Έβρο, μύριζαν ντομάτα στον ήλιο, τραχανά και βασιλικό. Τότε που δεν είχαμε τίποτα και ήμασταν όλοι πλήρεις.

Τα χωριά του Έβρου έσφυζαν από ζωή, από παιδικές φωνές στις αυλές , στις πλατείες και στα πεζούλια κάθε γειτονιάς οι γιαγιάδες μας.
Ξυπόλητες, με ποδιές, ανακάτευαν τραχανά, άπλωναν χυλοπίτες πάνω σε καθαρές κουβέρτες, έστρωναν “μπαμπακερά” σεντόνια πάνω στα κρεβάτια και άπλωναν τον κόπο του χειμώνα.
Για το σπίτι, για το παιδί και το εγγόνι στην πόλη.

Η εικόνα που δεν λέει πολλά κι όμως, τα λέει όλα
Μια γιαγιά με τσουγκράνα, να απλώνει το στάρι στον ήλιο. Άλλη, να διπλώνει το πανί με το χοντροκομμένο τραχανά.
Ένα δωμάτιο, δυο σιδερένια κρεβάτια, και πάνω τους απλωμένες χυλοπίτες , σαν έργο τέχνης, σαν ιεροτελεστία.

Οι φωτογραφίες που ανεβαίνουν τώρα στα social είναι υπενθύμιση, όχι γιατί νοσταλγούμε το παρελθόν, αλλά γιατί χάσαμε κάτι που μάλλον δεν επιστρέφει.
Πού είναι αυτά τα καλοκαίρια τώρα;
Τα παιδιά μας δεν έχουν ξαπλώσει σε κρεβάτι με μυρωδιά ζυμαρικών. Δεν έμαθαν ποτέ πώς στεγνώνει ο τραχανάς, τι ήχο κάνει η κουτάλα στον τσίγκινο ταβά. Δεν είδαν ποτέ τον κόπο να γίνεται τροφή. Έχουν εικόνες από κινητά, όχι από αυλές.
Τα χωριά ερήμωσαν. Οι γειτονιές σίγησαν. Τα παράθυρα άνοιγαν κάποτε για να μπει ο ήλιος να στεγνώσει τις χυλοπίτες. Τώρα, ανοίγουν για να περάσει το σήμα του WiFi που ειλικρινά στον Έβρο… δύσκολα θα μπει κι αυτό.
Κάθε γιαγιά μια μηχανή του χρόνου
Κρατούσε τα πάντα, το φαγητό, το σπίτι, το καλοκαίρι, το παιδί, τη ζωή.
Με δυο χέρια γεμάτα φλέβες και πίστη.
Με λίγα λόγια , αλλά πράξεις βαριές.
Αυτή που ακόμα, αν πας στο χωριό, θα σου μαγειρέψει γρήγορα χυλοπίτα με φέτα και θα σου πει «φάε, παιδάκι μου» κι ας είσαι πια 40.
Κλείσε τα μάτια. Μύρισε. Θυμήσου.
Αν έχεις δει τον τραχανά απλωμένο να στεγνώνει στον ήλιο, είσαι απ’ τους τυχερού και έχεις χρέος να το θυμάσαι, για σένα και για όσους έρχονται.