Από τα 0,65 €/κιλό στις φακές και τα 1,20 € στα φασόλια μέχρι τα 10–14 € στο σούπερ μάρκετ στην Αλεξανδρούπολη – Η πολυδαίδαλη εφοδιαστική αλυσίδα, οι μεσάζοντες, οι φυσικές καταστροφές και η έλλειψη ρευστότητας μετατρέπουν το πιο φθηνό πιάτο σε είδος πολυτελείας για τα ελληνικά νοικοκυριά.
Από το νέο έτος αναμένεται αύξηση έως 5% στην τιμή παραγωγού για βασικά όσπρια, όπως οι γίγαντες και τα πλακέ φασόλια, εξαιτίας του αυξημένου κόστους καλλιέργειας, λιπασμάτων, φυτοφαρμάκων και εργατικών.
Παρότι η μεταβολή στο χωράφι μοιάζει μικρή σε ποσοστό, η πραγματική πίεση για τα νοικοκυριά προκύπτει από το πώς αυτή η επιβάρυνση «φουσκώνει» πολλαπλά σε κάθε επόμενο στάδιο μέχρι να φτάσει στο ράφι.
Η τιμή παραγωγής αποτελεί μόνο την αρχή μιας αλυσίδας κόστους που περιλαμβάνει συγκομιδή, μεταφορά, ταξινόμηση, συσκευασία, αποθήκευση και διανομή, με κάθε κρίκο να προσθέτει το δικό του περιθώριο κέρδους. Έτσι, ένα προϊόν που ξεκινά με λίγα λεπτά ανατίμηση στο χωράφι, μπορεί να καταλήγει σε διψήφια αύξηση για τον τελικό καταναλωτή, σε μια περίοδο όπου η αγοραστική δύναμη έχει ήδη διαβρωθεί.
Από τον αγρότη στο ράφι, όταν η τιμή… τριπλασιάζεται
Τα στοιχεία δείχνουν τεράστια ψαλίδα μεταξύ παραγωγού και ραφιού, ο μέσος καταναλωτής πληρώνει έως και τριπλάσια τιμή σε σχέση με αυτή που λαμβάνει ο αγρότης, ειδικά για «επώνυμα» προϊόντα ΠΟΠ και συσκευασμένα όσπρια.
Γίγαντες Πρεσπών που φεύγουν γύρω στα 4,8–5 €/κιλό μπορούν να φτάνουν τα 10–14 €/κιλό στο σούπερ μάρκετ, ενώ μέτρια φασόλια που πληρώνονται στον παραγωγό γύρω στο 1,20–1,40 €/κιλό εμφανίζονται στο ράφι με τιμές 4,5–8,5 €/κιλό.
Παρόμοια εικόνα καταγράφεται και στις φακές, όπου η τιμή παραγωγού από 0,65–0,85 €/κιλό πολλαπλασιάζεται έως και στις 5 €κιλό για συσκευασμένο προϊόν λιανικής. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τα όσπρια, παραδοσιακά «φαγητό του φτωχού», τείνουν να μετατραπούν σε είδος πολυτελείας, με τις οργανώσεις καταναλωτών να μιλούν για στρεβλώσεις και υπερκέρδη στη διαδρομή από το χωράφι στο ράφι.
Λαϊκή αγορά vs σούπερ μάρκετ
Μπροστά σε αυτή την εκτίναξη, όλο και περισσότεροι καταναλωτές στρέφονται στις λαϊκές αγορές, αναζητώντας προϊόντα σε τιμές πιο κοντά σε αυτές του παραγωγού και αποφεύγοντας τους μεσάζοντες που «φουσκώνουν» το τελικό κόστος. Οι παραγωγοί επιβεβαιώνουν ότι, παρά την αύξηση στα δικά τους έξοδα, το τελικό ράφι συχνά δεν αντικατοπτρίζει τη δική τους τιμή αλλά τον πολλαπλασιασμό του κέρδους σε κάθε ενδιάμεσο στάδιο.
Την ίδια στιγμή, αρκετοί λιανέμποροι στην Αλεξανδρούπολη επιχειρούν να συγκρατήσουν τις ανατιμήσεις, «παίζοντας» με μεγάλες ποσότητες, καλύτερες συμφωνίες προμήθειας και περιορισμό του δικού τους περιθωρίου, ώστε να διατηρήσουν ανταγωνιστικές τιμές και σταθερούς πελάτες. Ωστόσο αναγνωρίζουν ότι η γενικευμένη έλλειψη ρευστότητας στην αγορά κάνει ακόμη και τις σταθερές τιμές να μοιάζουν δυσβάσταχτες για τα νοικοκυριά που μετρούν κάθε ευρώ.
Ο ρόλος των καταστροφών και της κλιματικής κρίσης
Πέρα από το κόστος παραγωγής και τα εμπορικά περιθώρια, οι φυσικές καταστροφές και τα ακραία καιρικά φαινόμενα προσθέτουν έναν ακόμη αστάθμητο παράγοντα στο τελικό κόστος των οσπρίων. Πλημμύρες, ξηρασίες και χαλαζοπτώσεις περιορίζουν την παραγωγή, ανεβάζοντας την αξία του διαθέσιμου προϊόντος και δημιουργώντας πρόσθετη πίεση σε μια ήδη «σφιχτή» αγορά τροφίμων.
Οι παραγωγοί προειδοποιούν ότι, όσο η κλιματική κρίση εντείνεται και δεν υπάρχουν ουσιαστικά μέτρα στήριξης και ασφάλισης του πρωτογενούς τομέα, οι διακυμάνσεις στις τιμές θα γίνονται συχνότερες και εντονότερες, με τα όσπρια να μην αποτελούν εξαίρεση. Αυτό σημαίνει ότι ο καταναλωτής μπορεί να βλέπει «σταθερές» τιμές στο ράφι για μικρά διαστήματα, αλλά χωρίς μόνιμες παρεμβάσεις στη δομή της αλυσίδας και στο κόστος παραγωγής, η γενικότερη τάση θα παραμένει ανοδική.
