Ενώ οι κάτοικοι της Θράκης βιώνουν την ανασφάλεια της έλλειψης εντατικολόγων, η πολιτική ηγεσία κάνει λόγο για «τοπικό πρόβλημα», την ώρα που ασθενείς αναζητούν κρεβάτι από τη Δράμα και την Αλεξανδρούπολη μέχρι τη Θεσσαλονίκη.
Η κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει το Γενικό Νοσοκομείο Ξάνθης τα τελευταία πέντε χρόνια, αποτελεί αναμφίβολα μια από τις πιο μελανές σελίδες στον υγειονομικό χάρτη της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης.
Η Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) του ιδρύματος παραμένει εκτός λειτουργίας για μισή δεκαετία, μετατρέποντας μια κρίσιμη υποδομή σε ένα κενό κέλυφος, παρά τις επανειλημμένες κραυγές αγωνίας των τοπικών φορέων και της κοινωνίας.
Το ζήτημα επανήλθε στο προσκήνιο μετά την πρόσφατη συνέντευξη του Δημάρχου Ξάνθης στην τηλεόραση του MEGA και στην εκπομπή “Κοινωνία ώρα mega”, ο οποίος με αφοπλιστική ειλικρίνεια περιέγραψε το δράμα που βιώνουν οι πολίτες της περιοχής.
Η προσωπική περιπέτεια του Δημάρχου και το «αγκάθι» της υποστελέχωσης
Ο Δήμαρχος Ξάνθης, Στράτος Κοντός, κατά τη διάρκεια της τηλεοπτικής του συνέντευξης, δεν περιορίστηκε σε θεσμικές διαπιστώσεις, αλλά μοιράστηκε μια προσωπική οικογενειακή περιπέτεια που αναδεικνύει το μέγεθος του προβλήματος. Συγγενικό του πρόσωπο χρειάστηκε επειγόντως νοσηλεία σε ΜΕΘ και ελλείψει λειτουργικής μονάδας στην Ξάνθη, ξεκίνησε ένας αγώνας δρόμου για την ανεύρεση κρεβατιού. Τελικά, η λύση δόθηκε στο νοσοκομείο της Δράμας, γεγονός που υπογραμμίζει τον κίνδυνο που διατρέχει κάθε ασθενής όταν τα κοντινά νοσοκομεία της Κομοτηνής και της Αλεξανδρούπολης παρουσιάζουν πληρότητα. Ο φόβος της διακομιδής στη Θεσσαλονίκη είναι διαρκής, με ό,τι αυτό συνεπάγεται τόσο για την ασφάλεια του ασθενούς κατά τη διάρκεια της μεταφοράς, όσο και για το κόστος το οποίο καλούνται να επιβαρυνθούν οι συγγενείς του.
Το κεντρικό πρόβλημα, σύμφωνα με τον Δήμαρχο, παραμένει η τραγική έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού και συγκεκριμένα εντατικολόγων. Παρά τις προσπάθειες της διοίκησης του νοσοκομείου, οι θέσεις παραμένουν κενές, καθώς το ενδιαφέρον από πλευράς ιατρικού κόσμου είναι μηδαμινό. Σε μια προσπάθεια να αναστρέψει το κλίμα, ο Δήμος Ξάνθης έχει θεσπίσει επίδομα στέγασης ύψους 300 ευρώ για τους γιατρούς που θα επιλέξουν την πόλη, ενώ ανάλογο πρόγραμμα κινήτρων τρέχει και η Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης. Ωστόσο, αυτά τα οικονομικά κίνητρα φαίνεται πως δεν επαρκούν για να καλύψουν τις δομικές ελλείψεις του συστήματος.
Η οπτική του Υπουργείου: «Τοπικό πρόβλημα» και στατιστική επάρκεια
Στον αντίποδα των τοπικών ανησυχιών, ο Υφυπουργός Υγείας, Μάριος Θεμιστοκλέους τοποθετήθηκε επί του θέματος, χαρακτηρίζοντας την αναστολή λειτουργίας της ΜΕΘ Ξάνθης ως ένα «τοπικό πρόβλημα». Η προσέγγιση του Υπουργείου εστιάζει στο γεγονός ότι έχουν γίνει επανειλημμένες προκηρύξεις θέσεων, οι οποίες όμως αποβαίνουν άγονες λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος από τους γιατρούς. Σύμφωνα με τον κ. Θεμιστοκλέους, η χώρα διαθέτει πλέον σημαντικά αυξημένο αριθμό κρεβατιών ΜΕΘ σε σχέση με την προ-COVID εποχή, γεγονός που, κατά την άποψή του, διασφαλίζει την υγειονομική κάλυψη σε εθνικό επίπεδο.
Όσον αφορά την Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, τα στοιχεία του Υπουργείου δείχνουν ότι η πληρότητα των ΜΕΘ στα υπόλοιπα νοσοκομεία (Αλεξανδρούπολη, Κομοτηνή, Δράμα, Καβάλα) κυμαίνεται μεταξύ 50% και 60%. Με βάση αυτή τη στατιστική απεικόνιση, η επίσημη θέση είναι πως πάντα θα βρίσκεται ένα διαθέσιμο κρεβάτι σε κάποια γειτονική μονάδα για τους κατοίκους της Ξάνθης. Αυτή η λογική της «γειτονικής κάλυψης» όμως, έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την ανάγκη για άμεση παρέμβαση σε επείγοντα περιστατικά, όπου κάθε λεπτό καθυστέρησης λόγω διακομιδής μπορεί να αποβεί μοιραίο.